::HOME::
::ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ::
Αίθουσες προβολών
Σημεία συνάντησης
Φιλοξενία
Έκδοση εισιτηρίων

::ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ::
Δελτία τύπου
Συνεντεύξεις

::ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΡΟΒΟΛΩΝ::
::ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ::
::ΒΡΑΒΕΙΑ::
::ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
::
::ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ::



 Συνεντεύξεις

::ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ::


Nτίνος Δημόπουλος
50 χρόνια δράσης στο χώρο
των γραμμάτων του θεάτρου, του σινεμά



Τρίτη 13/11/2001

Ένας από τους πιο παραγωγικούς κινηματογραφιστές του ελληνικού σινεμά, που κατάφερε να συνδυάσει μοναδικά με τις ταινίες του την ποιότητα με την εμπορικότητα, μια εξαιρετική λογοτεχνική πένα. Λίγοι μόνο από τους χαρακτηρισμούς που μπορεί να δώσει κανείς σ' αυτόν το σπουδαίο δημιουργό. Ο ίδιος, οξυδερκής και πάντα εύστοχος, μιλά για τη σχέση του με το σινεμά τότε και τώρα, σχολιάζοντας με μοναδικό τρόπο τα όσα συμβαίνουν σήμερα και αποκαλύπτοντας τα όνειρά του για το σινεμά, που δεν έχουν σταματήσει ακόμα.

Πώς ξεκινήσατε να ασχολείστε με το σινεμά;
Για να μιλήσω για τη σχέση μου με τον κινηματογράφο θα πρέπει να πάμε πολλά χρόνια πίσω, όταν ήμουν μαθητής του δημοτικού σχολείου. Με δυο δραχμές τότε, οι οποίες πολλές φορές ήταν και μιάμιση, γιατί τις κάναμε γυαλιστερά νομίσματα της δεκάρας ή του εικοσάλεπτου, και έχοντάς τα στα χέρια το βράδυ, πηγαίναμε στον κινηματογράφο της επαρχίας όπου παίζονταν καουμπόικα έργα δηλαδή γουέστερν. Αυτή ήταν η πρώτη μου μύηση στον κινηματογράφο. Αργότερα αυτή η μύηση συνεχίστηκε σε μια περίεργη εποχή, αυτή της δικτατορίας του Μεταξά. Τότε ήμασταν υποχρεωμένοι όλοι να είμαστε μέλη της ΕΟΝ, της φασιστικής οργανώσεως, αλλιώς μας έδιωχναν απ' το σχολείο και σαν αντάλλαγμα μας έδιναν εισιτήρια σχεδόν δωρεάν και πηγαίναμε στον κινηματογράφο. Κι εκείνη την εποχή θυμάμαι, ότι έβλεπα περίπου πέντε ταινίες τη μέρα διότι οι προβολές άρχιζαν στις δέκα η ώρα το πρωί. Αυτή μου η μύηση ήταν η εξοικείωσή μου με τον κινηματογράφο. Το πάθος μου όμως και το μεράκι μου και ίσως το κρυφό μου ταλέντο ήτανε το να γράφω. Αυτό ήταν ένα κλειδί που μου άνοιξε την πόρτα για τη μετέπειτα σταδιοδρομία μου. Το κλειδί αυτό ήταν ένα σενάριο που έγραψα και το πήγα στο Φίνο, ο οποίος όταν του το διάβασα έμεινε κατάπληκτος, "είναι θαυμάσιο" μου λέει, "θα το γυρίσουμε;" του λέω, "όχι" μου λέει "γιατί ακριβώς είναι θαυμάσιο κι εμείς δε γυρίζουμε τέτοια πράγματα". Δε γύρισα ποτέ λοιπόν εκείνο το θαυμάσιο φιλμ γιατί ήταν γραμμένο με τέτοιο τρόπο που ενοχλούσε πολύ τότε τη λογοκρισία. Εμείς ζήσαμε και δράσαμε και εκφραστήκαμε και δημιουργήσαμε κάτω από αυτόν τον εφιάλτη που λεγότανε λογοκρισία και κράτησε για μένα από το 1936 που άρχισα να γράφω ως το 1974 δηλαδή γύρω στα 40 χρόνια. Όταν μιλάμε στα νέα τα παιδιά γι' αυτό, ίσως δεν έχουν προσλαμβάνουσες να καταλάβουν πόσο καταλυτικό ήταν αυτό για μας, που τότε ζούσαμε μια φοβερή εποχή και δεν μπορούσαμε να την αποτυπώσουμε σε εικόνα. Αυτό ήταν το πρόβλημά μου. Κι επειδή δε γυρίστηκε ποτέ αυτό το θαυμάσιο σενάριο προσπάθησα να κάνω θαυμάσιες ταινίες με λιγότερο θαυμάσια σενάρια. Σε τι μέτρο αυτό το κατάφερα δεν είμαι εγώ αυτός που θα το κρίνει.

Πως ήταν τότε οι συνθήκες στο σινεμά;
Οι συνθήκες τότε στο σινεμά ήταν πολύ πιο κοντά στο χειρονακτικό. Τα μέσα λείπανε, προσπαθούσαμε να το φτιάξουμε. Βέβαια εγώ ήμουν ο πιο τυχερός, γιατί τις περισσότερες ταινίες μου, τις έκανα με τον καλύτερο κινηματογραφικό παραγωγό, τη Φίνος Φιλμ, η οποία εκείνη την εποχή ήταν στο είδος της η καλύτερη. Ωστόσο ο στόχος μας για κάτι πιο σημαντικό, τότε εμποδιζότανε από το γεγονός ότι εγώ ήμουν πολιτικοποιημένος, όπως οι περισσότεροι νέοι εκείνη την εποχή. Άλλωστε η εποχή τότε δεν επέτρεπε να την αγνοείς. Γι΄αυτό έχω αυτόν τον καημό ή το παράπονο ότι δεν μπόρεσα σαν σκηνοθέτης να καταγράψω στο μέτρο που ήθελα τη δριμύτητα αυτής της εποχής στην οποία ζούσα.

Επανήλθατε όμως μετά από πολλά χρόνια με τα Δελφινάκια του Αμβρακικού. Υπάρχει τώρα πιθανότητα να ξανακάνετε ταινία;
Γι' αυτό είμαι τελείως υπεύθυνος, δηλαδή και για τον Ήλιο του θανάτου το '78 και για τα Δελφινάκια του Αμβρακικού, σ' αυτά δεν έχω να αιτιαστώ κανέναν, ούτε τη λογοκρισία, ούτε τον παραγωγό. Γι' αυτά τα έργα είμαι απολύτως υπεύθυνος και έχω πλήρως εγώ την ευθύνη για την επιτυχία ή την αποτυχία τους. Πιστεύω όμως ότι μιλάμε για επιτυχία. Όσο για σήμερα το ελληνικό κέντρο κινηματογράφου και ειδικά ο μέχρι τούδε πρόεδρός του, ο Μάνος ο Ευστρατιάδης, μου έκανε την χαρά και την τιμή να περιλάβει μέσα στα σχέδιά του για τις μελλοντικές ταινίες και ένα μου μυθιστόρημα που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Καστανιώτη και λέγεται Οι εραστές της μύρινθας. Αυτό το έργο το επέλεξαν και μου έδωσαν την εντολή να το γράψω σε σενάριο χωρίς, και αυτό είναι μια πολύ ωραία χειρονομία του τότε προέδρου, να με υποχρεώσει να το σκηνοθετήσω εγώ. Γιατί δεν ξέρω αν έχω πια τη σωματική δύναμη, όχι την έμπνευση, να βγάλω σε πέρας μια ταινία, με τον τρόπο που ίσαμε τώρα έκανα εγώ τις ταινίες μου. Δεν ξέρω δηλαδή αν θα με υπάκουε το σώμα μου γιατί το σώμα είναι πιο σοφό από το πνεύμα μου. Το σώμα ξέρει να αρνείται ενώ το πνεύμα είναι επηρμένο. Παρ' όλ' αυτά έγραψα το σενάριο και το παρέδωσα. Τώρα ποια θα είναι η τύχη του αυτό θα το δείξει ο άμεσος χρόνος. Όσο για τα Δελφινάκια του Αμβρακικού προέρχεται κι αυτή από ένα μυθιστόρημα βραβευμένο και σαν ταινία πήρε κι αυτή κάπου 7 χρυσά βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ στα οποία συμμετείχαν πάνω από 70-80 ταινίες και πολλές φορές πάνω από 90 χώρες απ' όλο τον κόσμο.

Oι ταινίες σας είχαν πετύχει τη χρυσή ισορροπία ανάμεσα στην ποιότητα και την εμπορικότητα. Σήμερα αυτό είναι δύσκολο για μια ταινία;
Πιστεύω ότι αποδέκτης του κινηματογράφου είναι το κοινό. Δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τον Τσάρλι Τσάπλιν επειδή οι ταινίες του αρέσουν, ούτε γιατί τις βλέπουν ακόμα, ύστερα από τόσα χρόνια, εκατομμύρια θεατές. Δεν είναι μειονέκτημα αν μια ταινία αρέσει στον κόσμο. Το πρόβλημα είναι πώς κατασκευάζεις αυτήν την ταινία και με τι μέθοδο αποσπάς αυτήν την ευαρέσκεια του κόσμου. Εκεί είναι το πρόβλημα. Μπορεί μια ταινία να αρέσει και να είναι έργο τέχνης και μια ταινία να αρέσει και απλώς να γαργαλάει και να κατεβαίνει στα χαμηλότερα γούστα ενός πάρα πολύ χαμηλού κοινού. Χρόνια κάνω αυτή τη δουλειά και η εργασία μου τώρα εκτός από το να γράφω βιβλία είναι να διδάσκω τη θεατρική τέχνη -μέχρι χθες ήμουν καθηγητής στη θεατρική σχολή του κρατικού θεάτρου κι επί τριάντα χρόνια καθηγητής στη δραματική σχολή του ωδείου των Αθηνών- είμαι σε καθημερινή επαφή με αυτό που λέγεται θέατρο, υποκριτική τέχνη, δημιουργία του ηθοποιού. Γι' αυτό πιστεύω ότι σήμερα ο χώρος του κινηματογράφου δανείζεται τα πιο εύκολα και πιο αναλώσιμα κι όχι τα υγιή στοιχεία. Αν δεν ήταν δική μου η ταινία θα μπορούσα να σας πω ότι η πιο ταπεινή μου από τις ταινίες Oι κυρίες της αυλής είναι ένα μάθημα για το πώς γράφεται, πώς παίζεται και πώς σκηνοθετείται μια κωμωδία. Ας δούνε λοιπόν αυτοί οι κατασκευαστές, γιατί δεν μπορώ να τους αποκαλέσω κάπως αλλιώς, της σύγχρονης κωμωδίας, προτού γράψουν ή προτού σκηνοθετήσουν, ένα κομμάτι αυτής της ταινίας. Να δουν πώς ο Ηλιόπουλος λέει πέντε αστεία και δε μένεις σε κανένα, να δουν τι ευφορία δημιουργείται στους θεατές χωρίς να τους γαργαλάνε. Το να αποταθείς στο νευρικό σύστημα του θεατή είναι ένα έργο, αλλά αυτό το έργο δεν έχει καμιά σχέση με την τέχνη. Μετά ο ίδιος άνθρωπος που τον γαργάλησες μπορεί να σε ξεσκίσει με τα νύχια του γιατί τον γαργάλησες και γιατί γέλασε.

Συνέντευξη: Bαγγέλης Pητάς
Πρώτο Πλάνο, #97, 13/11/2001