Έστω κι αν, από την εποχή που πέθανε, πέρασαν δέκα χρόνια ανελέητου, φθοροποιού χρόνου, που διαβρώνει με την ύπουλη σιωπή του τις μνήμες, ο Αλέξης Μπίστικας επιμένει να είναι παρών, οι εικόνες του εξακολουθούν να έχουν την επικαιρότητα που έχει οτιδήποτε γεννιέται με σκοπό να μην αναπαράγει κοινούς τόπους και ασφαλείς βεβαιότητες. Δεν ήταν επαναστάτης, δεν ήθελε να ανατρέψει. Αλλά, από την άλλη, πρέπει να ήταν βαρετό γι' αυτόν να πορεύεται από δρόμους ευθείς, ετοιμασμένους και παραδομένους στον κομφορμισμό. Δεν ήταν ανατρεπτικός, αλλά πρέπει να απεχθανόταν το κορεκτιλίκι. Δεν ήταν αυτοαναφορικός αλλά ήταν πάντα ο εαυτός του - η κοσμοπολίτικη ιδεολογία του, ο φιλελευθερισμός του, η σεξουαλική του ταυτότητα. Δεν ήταν εκτός του κόσμου τούτου, τον ενδιέφεραν η αναγνώριση και η καταξίωση, αλλά δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει οτιδήποτε προκειμένου να πάρει κεφάλι στην αγορά της δημοσιότητας. Δεν κολάκεψε κανέναν.
Με την πρώτη ταινία του, Τα μάρμαρα, δεν κολάκεψε ούτε τη Μελίνα Μερκούρη, εισηγήτρια της πολιτικής για τη διεκδίκηση της επιστροφής των λεγομένων Ελγινείων Μαρμάρων, ούτε τον ελληνικό σοβινισμό που ψοφάει για κολακείες. Τηρουμένων των αναλογιών, κι από τις υπόλοιπες ταινίες του, καθεμιά διαφορετική από τις άλλες, καμία δεν είχε στόχο τη συμφιλίωση του κοινού με τους επικρατέστερους κοινούς τόπους. Το φιλί, ένα ανδρικό φίλημα μπροστά στο φακό, δεν κολάκεψε τους οπαδούς του αισθητικού σοκ διά της τέχνης, επειδή θεμελιώθηκε στη μεγάλη αισθητική παράδοση των εικαστικών της Αναγέννησης, όταν όλα όσα γίνονταν φάνταζαν αισθητικό σοκ. Το Ποτσόν ποτσόν, μια βουτιά στο προσωπικό παρελθόν μέσω του ξεφυλλίσματος του οικογενειακού του άλμπουμ, παρά τη φαινομενικά τρυφερή πρόζα που το συνόδευε, δεν κολάκευε την αισθηματολογία. Το γυμνό βλέμμα, κινηματογράφηση εραστών που κοιτάζουν κατευθείαν την κάμερα, δεν εξαντλείται στη μίμηση των τεχνικών του σινεμά ντιρέκτ. Η γραβάτα, ιστορία ενός τσαλακωμένου έρωτα, αναδιατάσσει τις τεχνικές του μελοδράματος, ίσως μαζί με την κωμωδία του πιο λαϊκού κινηματογραφικού είδους, κι ας ηχεί σπαρακτικά ο λαϊκός λυγμός του Μητροπάνου «Δυο νύχτες ανταμώσανε πάνω στα δάκρυα μου / η νύχτα που σε γνώρισα κι η νύχτα που χωρίζουμε» την ώρα που ένα αυτοκίνητο διασχίζει μια γέφυρα του Λονδίνου. Το στήθος, ελεγεία για τη μητέρα τροφό, δεν κολακεύει την ψυχανάλυση, αφού η κινηματογραφική οπτική επιλέγει να κινηθεί από τον ερωτισμό στο αισθητικό σοκ. Το ξέφωτο, επτάλεπτο ασπρόμαυρο μονοπλάνο με πρωταγωνιστές τον Βρετανό κινηματογραφιστή Ντέρεκ Τζάρμαν και μια ανέκδοτη μουσική φράση του Χατζιδάκι, δεν κολακεύει τις τεχνικές του αντεργκράουντ, αφού στην ουσία είναι οπτικοποίηση του φόβου του θανάτου που επέρχεται. Και To Χάραμα, παρά τη λαϊκή φόρμα, τα λαϊκά είδωλα, τη λαϊκή τραγουδίστρια (Κατερίνα Κούκα) και τη λαϊκή μουσική του Χρήστου Νικολόπουλου, διαθέτει τη σαρκαστική ματιά στη λαϊκότητα ενός λόγιου που, απλώς, δεν οχυρώνεται στην ασφάλεια της λογιοσύνης.
Λόγιος που δεν οχυρώθηκε στην ασφάλεια της λογιοσύνης, ο Αλέξης Μπίστικας είναι ο κοσμοπολίτης που θέλησε να φέρει τα αυτονόητα στον ελληνικό κινηματογράφο: τη σύνθετη ματιά έξω, αλλού, αλλά και τη σύνθετη ματιά μέσα, εντός μας. Εξερευνούσε τη φόρμα επειδή ήταν εξερευνητής της ζωής. Παρά την ποικιλία τους, οι ταινίες του είχαν δελτίο ταυτότητας: ήταν οι ταινίες ενός λόγιου, ανήσυχου μοντέρνου ανθρώπου που δεν συντάχθηκε με τις μόδες και, κατά βάθος, μελαγχολούσε με τη ρηχότητα που τις συνοδεύει.
Ηλίας Κανέλλης |