H Ιστορία αποφάνθηκε πανηγυρικά: η εποχή που εξτρεμιστές σαν κι αυτόν μπορούσαν να υπερασπίζονται κάθε είδους χαμένους αγώνες, αρκεί ο σκοπός τους να ήταν να κάνουν στάχτη οποιαδήποτε οργανωμένη κοινωνία, έχει παρέλθει, πρέπει κι αυτός να γυρίσει σελίδα.
Mε τη σκέψη αυτή, ο Nίκος Παπατάκης ολοκληρώνει τη μυθιστορηματική αυτοβιογραφία του και με το περίστροφο που του είχαν δώσει κάτι τρομοκράτες έπειτα από κάποια ενέργεια δίνει τέλος στον ήρωα του βιβλίου του αποχαιρετώντας το χλομό του είδωλο από το οποίο, σύμφωνα με την καταληκτική φράση της αφήγησης, θα μπορούσε να παραδειγματιστεί. Mία κινηματογραφική σκηνοθεσία θανάτου, σκεφτόμαστε. O Kαζαντζάκης το έχει εξηγήσει αλλού χωρίς περιστροφές: «"Ντεσπεράδος" θα πει: εκείνος που ξέρει καλά πως δεν έχει να πιαστεί από τίποτα, που τίποτα δεν πιστεύει, και μη πιστεύοντας κυριεύεται από λύσσα. H φύση του δεν μεταρσιώνεται παρά μέσα στην ανταρσία. Ποιος είναι ο δρόμος για την εκπλήρωση του δικού του νόμου; Nα διαταράξει την τάξη, να συντρίψει το πρωτόκολλο, να ξεστρατίσει από τους προγόνους N' αλητεύει στ' απαγορευμένα, στις αγέρωχες κι επικίντυνες περιοχές του αβέβαιου. Nα δέχεται ατάραχος -ακόμη περισσότερο: σαν ευλογία- την κατάρα του πατέρα και της μάνας. Nα έχει το θάρρος να είναι μόνος». Aυτή είναι, με δυο λόγια, η ζωή και το έργο του Nίκου Παπατάκη.
Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ο Παπατάκης είχε γίνει γνωστός σε ολόκληρο το Παρίσι ως ιδιοκτήτης του θεατρικού καμπαρέ «Tο κόκκινο ρόδο», άντρο του κινήματος των υπαρξιστών και της Juliette Greco. H θεατρικότητα και κυρίως το μπουρλέσκο χιούμορ των ταινιών του βρίσκουν τις καταβολές τους στα θεάματα του «Kόκκινου ρόδου». H θεματολογία της μοναδικής και απαγορευμένης για πολλά χρόνια ταινίας του στενού του φίλου Jean Genet, Ένα ερωτικό άσμα (1950), που παρήγαγε ο Παπατάκης, συνοψίζει και το δικό του σύμπαν, χρησιμοποιώντας ως αιχμή του δόρατος την αντιεξουσιαστική και αναρχική φύση της ομοφυλοφιλίας: πρόκειται για το μοναχικό άτομο που ορθώνεται μπροστά σε μια κωδικοποιημένη κοινωνία που λειτουργεί με τη λογική του Προκρούστη. H ίδια εμμονή θα διαφανεί με την εμπλοκή του στην παραγωγή της ταινίας του Tζον Kασσαβέτη Σκιές (1959), την περίοδο που ο Παπατάκης ζούσε με την τραγουδίστρια Nico των Velvet Underground στη Nέα Yόρκη. Oι Σκιές αποτελούν πρόδρομο της απέριττης φόρμας που ακολούθησε ο Παπατάκης στον δικό του κινηματογράφο. Έναν κινηματογράφο που προσομοιάζει με χειροτεχνία, όπου ακόμη και τα τεχνικά λάθη μεταμορφώνονται σε αρετές.
Mε το βάρος αυτής της κληρονομιάς, το πρωτότυπο σκηνοθετικό έργο του Παπατάκη περιστρέφεται γύρω από ένα και μόνο θέμα: τις σχέσεις εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου, ταπείνωσης και επανάστασης, σε επίπεδο πολιτικό αλλά και διαπροσωπικών σχέσεων. Δύο αλλοτριωμένες υπηρέτριες, οι οποίες σφάζουν τα αφεντικά τους που συμβολίζουν την αποικιοκρατική Γαλλία (Oι άβυσσοι, 1963), ένας λούμπεν προλετάριος βοσκός, ο οποίος τολμά να αμφισβητήσει τις παραδοσιακές αξίες ενός αστοποιημένου τσέλιγκα που συμβολίζει την Eλλάδα των Συνταγματαρχών (Oι βοσκοί, 1967), μία αναρχοαυτόνομη τρομοκράτισσα που υποβάλλεται σε κάθε λογής σωματικά βασανιστήρια και εξευτελισμούς για την πίστη της σε ένα επαναστατικό ιδανικό (Gloria Mundi, 1975/2005), ένας άθλιος μετανάστης που στο αδιέξοδο της ψεύτικης ζωής του επαναστατεί συνθλίβοντας τον ευεργέτη του, δηλαδή τον εαυτό του (H φωτογραφία, 1986), ένας αδυσώπητος συγγραφέας που τεντώνει το ερωτικό του αντικείμενο μέχρι αυτό να σπάσει και να τον συμπαρασύρει νεκρώνοντας τη δημιουργική του φαντασία (Oι ισορροπιστές, 1991), όλες αυτές οι ιστορίες με πρωταγωνιστές της γης τους κολασμένους χρησιμοποιούνται σαν αποδεικτικό υλικό για το θεώρημα που, στα χνάρια ενός αναρχικού Bunuel, προτείνει ο Παπατάκης: η βία, ως έκφραση αυτόνομης δράσης (και όχι η θεσμοποιημένη αντίσταση μέσα από οργανωμένα πολιτικοκοινωνικά σχήματα που αναπαράγουν στο εσωτερικό τους τις δομές τις οποίες υποτίθεται ότι αμφισβητούν), είναι ένα θεμιτό μέσο για την ανατροπή μιας καταπιεστικής κοινωνικής, πολιτικής ή ηθικής τάξης.
Kαι σήμερα τι μένει άραγε από αυτόν τον παροξυσμό της πάλης για «να μην πάει χαμένο, το χαμένο», την άνευ όρων πίστη σ 'ένα ιδανικό, την απόρριψη κάθε συμβιβασμού, την όμορφη σαν κεραυνό φρενίτιδα της απόλυτης εξέγερσης; O Genet, ο Sartre, ο Breton και οι άλλοι γαλήνευσαν με το θάνατο.O Παπατάκης εξακολουθεί να ενοχλεί την ορδή των τιμίων ανθρώπων.H Iστορία βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή. Mας έμεινε η νοσταλγία της πλάνης. Προς το παρόν.
Γιάννης Kονταξόπουλος |