Denys Arcand: O γιος ενός πατέρα διανοούμενου
που μισούσε το σινεμά

Οι ήρωες της Παρακμής της Αμερικάνικης Αυτοκρατορίας (1986) μεγάλωσαν. Μυαλό έβαλαν; Ουδείς ξέρει. 17 χρόνια πριν ήταν μια παρέα διανοούμενων που ήξεραν πολύ καλά να μιλούν, να μιλούν ακατάπαυστα. Πίσω από τη φλυαρία, το κενό. Η αποξένωση, η μοναξιά, η αδυναμία επικοινωνίας. Η εποχή της Επέλασης των Βαρβάρων τους φέρνει αντιμέτωπους με το φάσμα του θάνατου, καθώς ο Ρεμί, ένας από αυτούς, ήδη μετράει αντίστροφα. Τι πρέπει να κάνουν; Τι θέλει ο Αρκάν από αυτούς; Γιατί τους θυμήθηκε ξανά;

«Έγραψα το σενάριο τα τελευταία δύο χρόνια. Το θέμα με είχε στοιχειώσει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αλλά δε μπορούσα να βρω μια προσέγγιση που θα μου φαινόταν σωστή. Όλες κατέληγαν σε ζοφερά, καταθλιπτικά σενάρια. Μια ημέρα αντιλήφθηκα ότι θα έπρεπε να επανενώσω το καστ των θαυμάσια περίεργων χαρακτήρων της Παρακμής της Αμερικάνικης Αυτοκρατορίας: η αίσθηση του χιούμορ, ο κυνισμός, το πνεύμα τους θα εμφυσούσαν στην ταινία την αίσθηση ελαφρότητας που επιθυμούσα να της προσδώσω.»

Αυτή είναι η αλήθεια. Η παλιοπαρέα θα αρχίσει ξανά τη φλυαρία, για να διακωμωδήσει τα αμαρτήματα του παρελθόντος, να αμβλύνει το φόβο του θάνατου αλλά και να διασκεδάσει την αμηχανία της μπροστά σε ένα σαρωτικό κύμα αλλαγών. Πίσω από αυτές, οι Βάρβαροι.
«Υπάρχουν διάφοροι τύποι επελάσεων βαρβάρων. Ασθένειες, θανατηφόρες επιδημίες, ναρκωτικά, στρατιωτικές επιθέσεις, είναι μερικά παραδείγματα. Υπάρχουν όμως κι άλλες μορφές -όχι και τόσο φανερές- που αλλάζουν αυτό που είμαστε ως προσωπικότητες.»

Αν τα καλοσκεφτεί κανείς όλα αυτά, θα συμπεράνει ότι το εγχείρημα της επανένωσης δεν είναι τόσο εύκολο όσο φαίνεται, ούτε κάτι που γίνεται ελαφρά τη καρδία. Άλλοι καιροί, άλλα ήθη, και ολότελα διαφορετικοί άνθρωποι οι νυν πρωταγωνιστές, αν και τα ίδια πρόσωπα. Πώς πήρε το ρίσκο ο Αρκάν;
«Ήταν τρομερά εύκολο επειδή ήμουν πολύ τυχερός. Όλοι οι ηθοποιοί ζουν ακόμα- κάποιοι θα μπορούσαν να έχουν πεθάνει. Επίσης, όλοι είναι επιτυχημένοι. Κάποιοι θα μπορούσαν να έχουν αποτύχει, κάτι που συμβαίνει πολύ συχνά. Όλοι τους όμως κάνουν θέατρο ή τηλεόραση στο Κεμπέκ και είναι πολύ χαρούμενοι που είδαν ξανά ο ένας τον άλλο. Επίσης χάρηκαν πολύ που συνάντησαν ξανά εμένα, όπως κι εγώ είμαι ενθουσιασμένος που τους ξανασυνάντησα, είναι μια υπέροχη ιστορία. Ξεκινήσαμε το γύρισμα την πρώτη ημέρα και ήταν σα να μην υπήρχε ο χρόνος, κι έμοιαζε με την 46η ημέρα των γυρισμάτων της πρώτης ταινίας 17 χρόνια πριν. Αυτό ήταν, πολύ εύκολο.»


Στα λόγια των ηρώων βέβαια ο 62χρονος Καναδός θα τοποθετήσει τους προσωπικούς του δαίμονες και θα αναγάγει την αυτοαναφορική φύση του σεναρίου σε μια, εν τέλει, καθαρτική εμπειρία.
«Έτσι ήταν, σε πολύ μεγάλο βαθμό! Ας το ομολογήσω, όλες οι ταινίες μου σχετίζονται με εμένα και τη ζωή μου, τους φόβους τους έρωτές μου, ο,τιδήποτε. Είμαι ελαφρώς υποχόνδριος και φοβάμαι τρομερά τον θάνατο και τα νοσοκομεία - ιδιαίτερα τα νοσοκομεία του Καναδά! Δε θα έλεγα ότι η ταινία με άλλαξε αλλά ευτυχώς είμαι ελαφρώς πιο ήρεμος σχετικά με αυτά τα ζητήματα τώρα πια. Όποτε δουλεύεις πάνω σε κάτι που σε τρομάζει, μπορεί να μη βγαίνεις πιο σοφός από αυτήν τη διαδικασία, υπάρχει όμως τουλάχιστον μια αίσθση γαλήνης που αποκομίζεις. Για να είμαι ειλικρινής βέβαια, είμαι υπερβολικά μεγάλος για να με αλλάξει ο,τιδήποτε τώρα. Όταν έχεις περάσει τα 60, έχεις περάσει τις επιτυχίες και τις αποτυχίες κι όλα τα σχετικά. Αποδέχεσαι τη ζωή έτσι όπως έρχεται.»

Πιο πολύ από όλους πάντως, ο ετοιμοθάνατος Ρεμί φαίνεται να συμπυκνώνει την προσγειωμένη νοσταλγία, τον αυτοσαρκασμό και το υπαρξιακό αδιέξοδο του σκηνοθέτη. Πρόκειται λοιπόν για το alter ego του Αρκάν;
«Είμαι σχεδόν ο καθένας τους, εκτός ίσως από τη νεότερη γενιά. Είναι διαφορετικοί, κατά κάποιον τρόπο αυτοί είναι οι Βάρβαροι, που επελαύνουν τώρα. Είμαι επίσης ένα κομμάτι τους αλλά εδώ υπάρχει μια διαφορά, ένα χάσμα γενεών, του οποίου την παρουσία αισθάνομαι. Αυτοί είναι το μέλλον, το οποίο εγώ δε μπορώ να προβλέψω πώς θα είναι. Κάποιες φορές φοβάμαι για λογαριασμό τους, άλλες πάλι λέω: εγώ δεν θα είμαι εδώ πια, οπότε άστους να τα βγάλουν πέρα!»

Ακόμη κι αν δηλώνει συγκριτικά λιγότερο εξοικειωμένος με τους νέους ήρωές του, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η βιωματική αντίληψη του ως προς τη σχέση πατέρα-γιου, στην απεικόνισή της στην ταινία (ο γιος του διανοούμενου Ρεμί είναι ένας επιτυχημένος μικρός ήρωας του καπιταλιστικού συστήματος - οποία ειρωνεία!)
«Ο πατέρας μου πέθανε το 1987. Μισούσε τη σκηνοθεσία και γενικά τον κινηματογράφο. Κατά τη γνώμη του, οι ταινίες ήταν φτηνή διασκέδαση για τις μάζες. Γι αυτόν τέχνη ήταν η όπερα. Οπότε είναι πολύ περίεργο να είσαι σκηνοθέτης όταν ο πατέρας σου μισεί τις ταινίες. Η σχέση μας ήταν εγκάρδια αλλά την ίδια στιγμή υπήρχε αυτό το αίσθημα ότι ποτέ δε δε θα μπορέσεις να κερδίσεις το σεβασμό, το θαυμασμό ή την ενθάρρυνση που επιθυμείς από τον ίδιο τον πατέρα σου. Θα μπορούσα να είμαι ο Όρσον Γουέλς και ο Αιζενστάιν μαζί, κι αυτός πάλι δεν θα εντυπωσιαζόταν!»

Προσωπικά δηλώνω ήδη εντυπωσιασμένος, αν αυτό έχει καμία σημασία. Δεν περίμενα όμως ότι η ολοκλήρωση ενός έργου «αποχαιρετιστήριου» όπως η Επέλαση, που μοιάζει να συνοψίζει το ταξίδι μιας ζωής, θα τον έβρισκε ξανά έτοιμο για δράση σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Ο Αρκάν παραδέχεται ότι κάτι τον «τρώει» αλλά δεν προχωράει σε αποκαλύψεις:
«Δε μπορώ να πω τίποτα, η ιδέα είναι πολύ εύθραυστη. Έχω κάτι στο πίσω μέρος του μυαλού μου, αλλά πρόκειται για μια ιδέα που φυτρώνει σαν ένα φύλλο χλόης, είναι πολύ ευαίσθητη και δε μπορώ να μιλήσω αυτήν τη στιγμή, αλλά υπόσχομαι ότι σύντομα θα επανέλθω με αυτήν.»

Θα περιμένουμε, κύριε Αρκάν...

 

Διαβάστε επίσης...
 

Xρήσιμα links