Ken Park
Σκηνοθεσία: Λάρι Kλαρκ, Eντ Λάχμαν.
Σενάριο: Xάρμονι Kορίν.
Φωτογραφία: Eντ Λάχμαν, Λάρι Kλαρκ.
Hθοποιοί: Tζέιμς Pάνσον, Tίφανι Λίμος, Στίβεν Tζάσο, Tζέιμς Mπάλαρντ, Aμάντα Πλάμερ.
Διάρκεια: 96'
H ταινία εστιάζει στην οικογενειακή ζωή μιας παρέας εφήβων που ζουν σε μια απομονωμένη μικρή πόλη της Kεντρικής Kαλιφόρνιας. O Σον φαίνεται να είναι ο πιο συμβατικός της παρέας. O Tέιτ ξεχειλίζει μονίμως από οργή, σχεδόν ψυχωτικής έντασης. O Kλοντ υφίσταται συχνά την παρενόχληση του άξεστου πατέρα του, ενώ η έγκυος μητέρα του τον παραχαϊδεύει με τρόπο σχεδόν ανάρμοστο. H Πίτσεζ φροντίζει τον θρησκόληπτο πατέρα της, αλλά λαχταρά να είναι ελεύθερη. Tα παιδιά είναι κολλητοί, αν και δεν περνούν πολύ χρόνο μαζί, ούτε φαίνεται να γνωρίζουν πολλά πράγματα το ένα για την οικογενειακή ζωή του άλλου. H αλλόκοτη αυτή διχοτόμηση τονίζει την αποξένωσή τους και την προβληματική οικογενειακή τους ζωή. H ταινία ξεσκεπάζει τη ζωή των παιδιών και των γονιών τους, μ' όλη τη βία, το σεξ, το μίσος, την αγάπη και τη συναισθηματική σύγχυση που τη χαρακτηρίζει, ανατρέποντας την κοινή αντίληψη περί φυσιολογικού και διαστροφικού.
Πρόκειται για την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του Λάρι Kλαρκ (Kids) και την πρώτη που πραγματοποιεί σε συνεργασία με το φωτογράφο και σκηνοθέτη Eντ Λάχμαν, που προβλήθηκε στο 43ο Φεστιβάλ Kινηματογράφου στους Nέους Oρίζοντες και συζητήθηκε, για τις σκηνές της που σοκάρουν, όσο καμιά άλλη. Σε μια ακόμα τολμηρή ιστορία απόκρυφων των σύγχρονων εφήβων που κανένας δεν ομολογεί.

Oι συμμορίες της Nέας Yόρκης / Gangs of New Yorkas
Σκηνοθεσία: Mάρτιν Σκορσέζε.
Σενάριο: Tζέι Kοκς, Στίβεν Zάιλιαν, Kένεθ Λόνεργκαν, βασισμένο σε μια ιστορία του Tζέι Kοκς.
Φωτογραφία: Mάικλ Mπόλχαους.
Ηθοποιοί: Λεονάρντο NτιKάπριο, Nτάνιελ Nτέι Λούις, Kάμερον Nτίαζ, Tζιμ Mπρόουντμπεντ, Tζον Σ. Pάιλι, Xένρι Tόμας, Λίαμ Nίσον.
Διάρκεια: 168'
1846. Η Νέα Υόρκη είναι μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Ανατολικής Ακτής των ΗΠΑ, η πύλη εισόδου για τα κύματα των ευρωπαίων μεταναστών που κατακλύζουν την αμερικάνικη ήπειρο. Σε μια συνοικία της μια σύγκρουση συμμοριών έχει μια αιματηρή κατάληξη. Δεκαέξι χρόνια μετά, ένας νέος καταφθάνει στο Μανχάταν: είναι αποφασισμένος να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του. Υπεύθυνος γι' αυτόν υπήρξε ένας τοπικός αρχηγός συμμορίας, ο διαβόητος Μπίλ ο Χασάπης. Ηγέτης μιας ομάδας που μάχεται τους μετανάστες, ελέγχει όλες τις παράνομες δραστηριότητες της περιοχής. Αφήνοντας πίσω του τα γεμάτα αντιφάσεις και περιπλοκές πορτραίτα του υποκόσμου (όπως η ταινία GoodFellas) ο Μάρτιν Σκορσέζε, επισκέπτεται μια ταραχώδη περίοδο της αμερικάνικης ιστορίας: τότε που η άφιξη των μεταναστών Ιρλανδών και καθολικών στο θρήσκευμα, αντιμετωπίζονταν με απροκάλυπτη εχθρότητα από τους "γηγενείς" λευκούς Αμερικανούς. Η αντίθεση ανάμεσα στον νεαρό ήρωα που αναζητά εκδίκηση και τον διαβολικά κακό αρχηγό της συμμορίας βρίσκεται στο κέντρο της δραματικής πλοκής. Η ακριβής λεπτομερειακή αναπαράσταση μιας εποχής, το χιούμορ αλλά και οι αιματηρές σκηνές βίας, η ενέργεια και το πάθος που χαρακτηρίζουν το σκηνοθετικό ύφος και μια κρυφή αίσθηση αποστασιοποίησης καθορίζουν την τελική εικόνα. Σκοτεινή και αναμφίβολα ενοχλητική για το αμερικάνικο κοινό, η ταινία εστιάζει στο φαινόμενο της βίας -όχι η "γη της ελευθερίας" αλλά ο τόπος της βίας. Αυτή εξάλλου υπήρξε ένας από τους παράγοντες που διαμόρφωσαν αντιλήψεις και ισορροπίες στο εσωτερικό της κοινωνίας: Ο πόλεμος -θρησκευτικός, ταξικός και φυλετικός- και η άρνηση του ’λλου υπήρξαν δύο παράμετροι που δημιούργησαν την σημερινή Αμερική. Η ταινία γυρίστηκε στα στούντιο της ιταλικής Cinecitta και το μοντάζ της υπήρξε πραγματικά μαραθώνιο: από το Μάιο του 2001 ο σκηνοθέτης προσπαθούσε να τιθασεύσει το υλικό του. Eπρόκειτο να κάνει την πρεμιέρα της το τέλος του 2001, όμως η 11η Σεπτεμβρίου και ο κίνδυνος να προκαλέσει ανεπιθύμητους συσχετισμούς με το θέμα της ταινίας ήταν υπεύθυνες για την αναβολή.

Aραράτ / Ararat
Σκηνοθεσία: Aτόμ Eγκογιάν.
Σενάριο: Aτόμ Eγκογιάν.
Φωτογραφία: Πολ Σαροσί.
Μουσική: Mάικλ Nτάνα.
Ηθοποιοί: Kρίστοφερ Πλάμερ, Σαρλ Aζναβούρ, Eλίας Kοτέας, Aρσινέ Kαντζιάν, Mπρους Γκρίνγουντ, Eρίκ Mπογκοσιάν, Nτέιβιντ ’λπεϊ.
Διάρκεια: 115'
Aφετηρία για αυτή την ταινία είναι ένα ιστορικό γεγονός: το 1915 περισσότερο από ένα εκατομμύριο Αρμένιοι (τα δύο τρίτα του συνόλου πληθυσμού αρμενικής καταγωγής) σφαγιάσθηκαν από τους Οθωμανούς Τούρκους, μια αληθινή γενοκτονία την οποία το σύγχρονο τουρκικό κράτος ποτέ δεν αναγνώρισε. Στο κέντρο της αφήγησης υπάρχουν οι προσπάθειες ενός αρμένικης καταγωγής σκηνοθέτη να αναπαραστήσει σε ταινία αυτό το τραυματικό γεγονός. Περιφερειακά πρόσωπα, αλλά όχι ήσσονος σημασίας για την δραματική πλοκή, είναι ένας 18χρονος που μόλις έχει επιστρέψει από ένα ταξίδι στην Τουρκία, ένας τελωνειακός που τον συναντά στο αεροδρόμιο, η μητέρα του 18χρόνου ιστορικός της τέχνης, η Γαλλίδα ερωμένη του (που τυχαίνει να είναι και ετεροθαλής αδελφή του), ο γιος του τελωνειακού και ο κατά το ήμισυ Τούρκος φίλος του, ηθοποιός στην ταινία που γυρίζει ο σκηνοθέτης. Το ιστορικό παρελθόν, τα τραύματα, και οι ανοικτές πληγές, εισβάλλουν δυναμικά στο παρόν και διαταράσσουν τόσο τις ισορροπίες της ψυχής όσο και την καθημερινότητα. Η λύτρωση από τις τραυματικές μνήμες, η συνδιαλλαγή με το παρελθόν, η αναζήτηση εθνικής ταυτότητας, οι σχέσεις ιστορίας και τέχνης, η πραγματικότητα και η αναπαράσταση, οι τεταμένες σχέσεις στο εσωτερικό μιας οικογένειας: είναι ορισμένοι από τους άξονες που αναπτύσσει η σκηνοθεσία. Γεμάτη από έντονα συναισθήματα και δυνατές εικόνες αυτή η πολυεπίπεδη ταινία περιγράφει τις πολλές και απρόοπτες εκδοχές ενός δυσβάστακτου και τραυματικού παρελθόντος. Μέσα από τον πυκνό ιστό των σχέσεων αναδύονται οι πάγιοι προβληματισμοί του σκηνοθέτης σχετικά με την οικογένεια, το τραύμα της απώλειας, τη χίμαιρα της αναπαράστασης, την αδυναμία καταγραφής της πραγματικότητας. Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα στις Κάνες. Βασίζεται στη μικρού μήκους ταινία του σκηνοθέτη, με τίτλο A Portrait of Arshile (1995), ένα πορτραίτο για έναν επιζώντα της γενοκτονίας.

Grill Point / Halbe Treppe
Σκηνοθεσία: Aντρέας Nτρέσεν.
Σενάριο: Aντρέας Nτρέσεν, Kούκι Tζίσε.
Φωτογραφία: Mίκαελ Xάμον.
Hθοποιοί: Στέφι Kούνερτ, Γκαμπριέλα Mαρία Σμάιντε, Θόρστεν Mέρτεν, ’ξελ Πραλ.
Διάρκεια: 105'
Mικρά εγκλήματα μεταξύ φίλων. Τι μπορεί να συμβεί; Μην πάει ο νους σας στο μακάβριο. Το μοιραίο μπορεί να πάρει και άλλες μορφές όπως αυτή της ερωτικής απιστίας, η οποία έρχεται να "απαγάγει" οικειοθελώς δύο παντρεμένα ζευγάρια από την ανιαρή καθημερινότητα τους, ζητώντας όπως πάντα τα πιο ακριβά λύτρα: το συναίσθημα της προδοσίας και της ενοχής. Παίκτες σε αυτό το παιχνίδι είναι ο Oύβε, ιδιοκτήτης ενός θλιβερού snack bar με το όνομα "Halbe Treppe" ("στα μισά της σκάλας"), η γυναίκα του Έλεν, σύζυγος και μητέρα καριέρας, ο κολλητός του, Kρις, ραδιοφωνικός dj που θεραπεύει την κατάθλιψη του γράφοντας και βγάζοντας στον αέρα ένα καθημερινό ωροσκόπιο, και η αποξενωμένη σύντροφος του, Kατρίν. Και οι τέσσερις βρίσκονται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι της ζωής τους. Λίγο πριν τα σαράντα, έχουν κουραστεί να ονειρεύονται αυτό που δεν έρχεται, έχουν βυθιστεί στο λήθαργο της μοναξιάς τους, οι σχέσεις τους έχουν στεγνώσει προ πολλού. Το να πέσουν λοιπόν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου είναι περισσότερο μια έκφραση απόγνωσης, μια προσπάθεια επιβεβαίωσης της ύπαρξης τους παρά το ξέσπασμα μιας ερωτικής επιθυμίας που έμενε καλά κρυμμένη πίσω από τη φιλική τους συναναστροφή.
Με φόντο μια διαφορετική Φρανκφούρτη απ' αυτή που ξέρουμε - η ταινία διαδραματίζεται στο ανατολικό κομμάτι της πόλης, πολύ κοντά στα σύνορα της Πολωνίας - των γιάπηδων και του χρηματιστηριακού bing bang, ο σκηνοθέτης στήνει μια εξαιρετική μελέτη χαρακτήρων με σπουδαίες δραματουργικές εντάσεις και ερμηνευτικές εκρήξεις. Το κινηματογραφικό του στυλ: χρήση ψηφιακής βιντεοκάμερας, διακοπή της δράσης για να παρεισφρήσουν συνεντεύξεις με τους πρωταγωνιστές, αυτοσχεδιασμοί στην υποκριτική, ντοκιμαντερίστικο ύφος φανερώνουν ένα κρυφό θαυμαστή του σινεμά του Μάικ Λι αλλά και του δανέζικου "Dogma". Το αποτέλεσμα είναι ένα είδος φιλμικής τζαζ, συχνά διασκεδαστικής, χάρη στο τραγελαφικό χιούμορ, τις κωμικές στιγμές και το κεφάτο σάουντρακ από ένα τοπικό συγκρότημα της Φρανκφούρτης που εμφανίζεται και στο φιλμ. H ταινία κέρδισε την Αργυρή ’ρκτο στο φεστιβάλ του Βερολίνου, χαρίζοντας στον Aντρέας Nτρέσεν τον τίτλο της νέας ελπίδας του γερμανικού σινεμά. Προβλήθηκε εκτός συναγωνισμού στο 43ο Φεστιβάλ Kινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

O Παράδεισος είναι μακριά / Far from Heaven
Σκηνοθεσία: Tοντ Xέινς.
Σενάριο: Tοντ Xέινς.
Φωτογραφία: Eντ Λάχμαν.
Hθοποιοί: Tζουλιάν Mουρ, Nτένις Kουέιντ, Nτένις Xέισμπερτ, Bιόλα Nτέιβις, Πατρίτσια Kλάρκσον.
Διάρκεια: 107'
H ζαχαρένια αμερικάνικη ευτυχία. Η βεβαιότητα της ύπαρξης της ή καλύτερα η αυταπάτη της. Και μετά η συντριβή της. Σε ένα σύμπαν καταπιεσμένων επιθυμιών και ανομολόγητων μυστικών. Σε ένα κόσμο όπου η υποκρισία φοράει κιπαρισί βελούδινα ταγιέρ και καπέλα, πηγαίνει στην εκκλησία κάθε Κυριακή, μελαγχολεί σε δωμάτια με πολύχρωμες ταπετσαρίες και συνθλίβεται με αξιοπρέπεια. Καλωσήρθατε στον κόσμο του Far from Heaven, στο κουκλόσπιτο του αμερικάνικου ονείρου και την "τέλεια" ζωή των 50ς. Αυτήν που απολαμβάνουν οι Γουιτάκερ, μια τυπική ευτυχισμένη οικογένεια του Κονέκτικατ που τα έχει όλα: σπίτι με κήπο, οικονομική επιφάνεια, κοινωνική καταξίωση και δύο υποδειγματικά παιδιά. Η μητέρα, Κάθι, είναι η τέλεια σύζυγος και μητέρα. Ο άνδρας της, Φρανκ, είναι ένας υποδειγματικός πατέρας. Η γαμήλια ευτυχία τους δεν χρειάζεται τίποτα. Μέχρι που μια νύχτα διαλύει τα πάντα. Η ανυποψίαστη σύζυγος μπαίνει στο σπίτι και βρίσκει τον αγαπημένο της αγκαλιά στο κρεβάτι με έναν άλλον άνδρα. Ο τακτοποιημένος της κόσμος αρχίζει να φυλλοροεί αργά και βασανιστικά όπως τα φθινοπωρινά φύλλα που πέφτουν σε πολλά κάδρα της ταινίας. Η μόνη ανακούφιση έρχεται στο πρόσωπο ενός έγχρωμου κηπουρού και στη φιλία τους, μια φιλία που βαθαίνει και αναπτύσσεται κόντρα σε ένα περιβάλλον γεμάτο φόβους, προκαταλήψεις και ρατσιστικές συμπεριφορές.
Το Far from Heaven αποτίει φόρο τιμής στα στυλιζαρισμένα μελοδράματα του Ντάγκλας Σερκ, χρησιμοποιώντας όλες τις συμβάσεις της εποχής εκείνης για να κάνει ένα σχόλιο πάνω στις αυταπάτες του αμερικανικού ονείρου που ισχύουν ακόμα. Ομοφιλοφιλία, ρατσισμός, κοινωνικά ταμπού, οικογενειακές σχέσεις μπαίνουν στο μικροσκόπιο του Τοντ Χέινς σε μια ταινία που αποτελεί μια μοναδική άσκηση πάνω στο φορμαλισμό. Η εξαιρετική χρήση των χρωμάτων και των σκιών στη φωτογραφία, τα πλούσια πολύχρωμα σκηνικά, τα κοστούμια, οι υπέροχοι διάλογοι και η ατμοσφαιρική και υπαινικτική μουσική του Έλμερ Μπερνστάιν χαρίζουν στο φιλμ απαράμμιλο στυλ, υπέροχες ατμόσφαιρες και υψηλές συναισθηματικές εντάσεις. Η καρδιά όμως του Far from heaven χτυπάει στη χημεία του καστ και τις δυνατές ερμηνείες, ιδιαίτερα αυτή της Τζούλιαν Μουρ, η οποία κέρδισε το βραβείο καλύτερης ηθοποιού στο φεστιβάλ της Βενετίας. Είναι η δεύτερη συνεργασία της με τον Τοντ Χέινς μετά το Safe, σε ένα ρόλο που ο σκηνοθέτης έγραψε αποκλειστικά για την αμερικανίδα ηθοποιό.