JAPS ARE BACK

H pop art του Seijun Suzuki
"Δεν είναι το κινηματογραφικό είδος που μ’ ενδιαφέρει, αλλά το πρόσωπο του yakuza ή του δολοφόνου. Περιπλανιούνται μεταξύ ζωής και θανάτου. Σαν πρόσωπα είναι πιο ενδιαφέροντα από τους φυσιολογικούς ανθρώπους. Ζουν πολύ κοντά στον θάνατο. Έτσι μπορούμε να περιγράψουμε πως πεθαίνουν, σε ποιο χώρο πεθαίνουν και πότε πεθαίνουν. Σου δίνουν τη δυνατότητα αυτά τα πρόσωπα να ασχοληθείς με ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων, κάτι που δεν μπορείς να κάνεις όταν απεικονίζεις φυσιολογικούς ανθρώπους".
Ο Seijun Suzuki (Τόκιο, 1923) εργάστηκε μέσα στο στενό πλαίσιο των ιαπωνικών στούντιο. Ταινίες yakuza και μαλακά πορνό (pinku eiga) ήταν η εξειδίκευση του. 40 ταινίες σε 15 χρόνια. Στην δεκαετία του 60 απομακρύνεται από τα κλισέ των κινηματογραφικών ειδών. Tokyo Drifter (1966) και Branded to Kill (1967) δηλώνουν μια νέα αρχή. Pop art, επιρροές από nouvelle vague, σκοτεινή ατμόσφαιρα: Οι ανατροπές που έφερε δεν ήταν ευπρόσδεκτες από τους παραγωγούς (χαρακτηρίσθηκαν ως "ακατανόητες ταινίες") και υποχρεώθηκε σε δεκαετή αργία.
Το 1981 βραβεύεται στο Βερολίνο για το Zigeunerweisen. Το Pistol Opera (2001) βραβεύεται στην Βενετία. "Πιστεύω ότι μια ταινία είναι κάτι χειροπιαστό και γι’ αυτό δεν μ’ αρέσει ιδιαίτερα η νέα τεχνολογία. Αν δημιουργήσεις ένα χρώμα στο πλατό θα δείχνει ωραία, όμως αν το προσθέσεις αργότερα στον υπολογιστή θα μοιάζει ψεύτικο. (…). Γενικά μια ταινία αποτελείται από ισχυρές εντυπώσεις-σοκ που προκαλεί στον θεατή. Όλα αυτά τα ονομάζω τρικ", το σκηνοθετικό του credo.

Data: Gate οf Flesh, DVD περιοχής 2 (αγγλικοί υπότιτλοι),
Tales of Sorrow and Sadness, DVD περιοχής 3 (αγγλικοί υπότιτλοι),
Tokyo Drifter, DVD περιοχής 1 (αγγλικοί υπότιτλοι),
Branded to Kill, DVD περιοχής 1 (αγγλικοί υπότιτλοί)
http://www.sensesofcinema.com

Naomi Kawase (Nara, 1969). Μια από τις ελάχιστες γυναικείες παρουσίες στο ιαπωνικό σινεμά. Σπούδασε φωτογραφία στη Osaka. Ξεκίνησε με ερασιτεχνικές ταινίες των 8mm. Παιδί χωρισμένων γονιών έθεσε συχνά στο κέντρο των ντοκιμαντέρ πρόσωπα της οικογένειας της: την γιαγιά της που την μεγάλωσε και τους απόμακρους πλέον γονείς της. Βραβεύτηκε με την Camera d' Or των Κανών για την ταινία Moe no suzaku (1997): αφηγείται τις αναστατώσεις που φέρνει μια νέα σιδηροδρομική γραμμή σ' ένα απομακρυσμένο νησί. Η πρόσφατη με τίτλο Shara προβλήθηκε στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών στις Κάνες (2003): ο πόνος, η θλίψη, η δυσκολία του αποχωρισμού, οι αποχαιρετισμοί, το πένθος. Οι αργοί αφηγηματικοί ρυθμοί δημιουργούν μια ατμόσφαιρα θλίψης και στοχασμού. "Υπάρχει μια διαδεδομένη άποψη στην Ιαπωνία ότι ο πολιτισμός μας δεν είναι τόσο σημαντικός όσο ο δυτικός. Κάτι που είναι θλιβερό", σχολιάζει.
Data: http://www.midnighteye.com

Takashi Shimizu (Maebashi, 1972). Βοηθός του Kiyoshi Kurosawa. Ασχολήθηκε κυρίως με βίντεο ταινίες μέχρι που σκηνοθέτησε το Tomie: Re-birth (2001) βασισμένο στο manga Itou Junji. "Το να κάνεις τους θεατές να φοβηθούν ή να γελάσουν είναι σχεδόν το ίδιο: Τα πάντα έχουν σχέση με το να ελέγχεις τα συναισθήματα" είναι η φιλοσοφία του. Σκηνοθέτης της ταινίας τρόμου Ju-On. "Είναι μια από τις πιο τρομακτικές ταινίες που είδα ποτέ", δηλώνει ο Sam Raimi. "Μια υπερφυσική εκδοχή της La Ronde του Max Ophuls" αναφέρει μια κριτική. Επιτυχία που συνεχίζει την παράδοση του Ringu. Προετοιμάζεται το χολιγουντιανό remake. "Νομίζω ότι οι ταινίες μου είναι πολύ αμερικάνικες στο ύφος. Είμαι παιδί του σπλάτερ της δεκαετίας του 80. Τώρα ίσως βρίσκομαι ανάμεσα στο αμερικάνικο και ιαπωνικό ύφος (μια ιστορία φαντασμάτων όπως του Kiyoshi Kurosawa ή του Ringu)", δηλώνει.
Data: http://www.cine-tre.com/ju-on/

Ryuichi Hiroki (Kohriyama, 1954).Έχει μια μακρά θητεία στον χώρο του πορνό (πάνω από 30 ταινίες). Η ταινία Vibrator θεωρήθηκε ως η πιο ενδιαφέρουσα για το 2003 από την Ιαπωνία. "Φοβάμαι, όμως θέλω να σε ακουμπήσω", ακούγεται στους διάλογους. Μια απρόοπτη συνάντηση ενός φορτηγατζή με μια συγγραφέα. Ένα ψυχολογικό δράμα που μετατρέπεται σε ταινία δρόμου. Το εσωτερικό πορτραίτο μιας σύγχρονης γυναίκας. Το σεξ και οι αγωνίες της ύπαρξης. Η χρήση της ψηφιακής κάμερας δημιουργεί την επιδιωκόμενη αίσθηση εγγύτητας. "Χρησιμοποιώντας στοιχεία από το στυλ "two man show" (όπου η καμπίνα του φορτηγού λειτουργεί ως σκηνή) προσπάθησα να δημιουργήσω μια ατμόσφαιρα οικειότητας ανάμεσα σ' ένα άνδρα και μια γυναίκα", δηλώνει. "Μουσική πάνω από συζητήσεις. Διάλογος που μοιάζει με στίχους ενός τραγουδιού. Υπότιτλοι σαν μιας βουβής ταινίας: το τελικό αποτέλεσμα δίνει την αίσθηση ενός χαλαρού ρυθμού", συνιστούν το ηχητικό background.
Data: http://vibrator-cinema.com

Tomoyuki Furumaya (Nagano, 1968). "Το να δημιουργώ δυνατούς πρωταγωνιστές δεν είναι κάτι που το κάνω συνειδητά. Ωστόσο ίσως αποτελεί αντανάκλαση του δικού μου χαρακτήρα που είναι το ακριβώς αντίθετο. Είμαι μάλλον αδύναμος και παθητικός, παίρνω την ζωή όπως έρχεται και δεν καταβάλλω προσπάθεια για να πάρω κάποιες αποφάσεις", έτσι σχολιάζει την βραβευμένη στο Ρότερνταμ, ταινία του Bad Company (2001). Βαθύτατα επηρεασμένη από το σινεμά του Stanley Kubrick (Full Metal jacket, A Clockwork Orange) διαδραματίζεται στον χώρο ενός λυκείου. Ανυπότακτοι και ανήσυχοι μαθητές, συγκρούσεις με τους καθηγητές, η ατίθαση και άτακτη νεολαία της σημερινής Ιαπωνίας. Αυτοβιογραφική σ' ένα μεγάλο βαθμό: "Νομίζω ότι ο καθένας σε κάποια φάση της ζωής του πιάνει πάτο. Τα χρόνια που πέρασα στο λύκειο ήταν τα σκληρότερα της ζωή μου. Ακόμα και αν είχα μια μηχανή του χρόνου ποτέ δεν θα ήθελα να επιστρέψω σΥ αυτή την περίοδο. Αυτά που δείχνω στην ταινία είναι αυτά που έζησα".
Data: http://www.asianfilms.org/japan

 

 

Διαβάστε επίσης...
 

Xρήσιμα links