Η Συνάντηση
31 Ιανουαρίου 1999, ένας νεαρός σκηνοθέτης, o Wes Anderson, έχοντας μόλις σκηνοθετήσει την δεύτερη του ταινία, αποφασίζει να συναντήσει την Pauline Kael, κριτικό-θρύλο (μαζί με τον Ελληνοαμερικάνο Andrew Sarris η πιο σημαντική κριτικός κινηματογράφου στις Η.Π.Α.). Θέλει να τής προβάλλει την ταινία του Rushmore. Ως μαθητής έχει επηρεασθεί από τα κείμενά και τις επιλογές της.
Επικοινωνεί μαζί της. Η Pauline Kael μετά από πολλούς δισταγμούς δέχεται να την παρακολουθήσει σε μια "ιδιωτική προβολή". Σ' ένα μικρό κινηματογράφο, στην επαρχιακή πόλη που ζει, ο Anderson τήν συναντά: "Ήταν λίγο πιο κοντή από το ένα και εξήντα, έτρεμε και στηριζόταν σ' ένα μεταλλικό μπαστούνι που κατέληγε σε τέσσερις άκρες. Έχει Πάρκινσον, κάτι που της προκαλεί ελαφρό τρεμούλιασμα και δημιουργεί αστάθεια".
Η προβολή ολοκληρώνεται και ο σκηνοθέτης περιμένει εναγωνίως την άποψη της γηραιάς κριτικού: "'Στα αλήθεια δεν ξέρω τι να κάνω μ' αυτήν την ταινία', είπε, και ένιωσα ότι το εννοούσε."
Φεύγοντας θα χαρίσει στον σκηνοθέτη δύο από τα βιβλία της. Εκεί θα διαβάσει την αφιέρωση: "Στον Wes Anderson, με αγάπη και λίγες αμφιβολίες, Pauline Kael".
Σεπτέμβρης 2001. Η Pauline Kael πεθαίνει.
Μάρτιος 2002. Η ταινία The Royal Tenenbaums του Wes Anderson προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Data: Rushmore (εκδόσεις Faber & Faber, 1999).

Stan Brakhage (Κάνσας, Η.Π.Α, 1933).
Βετεράνος σκηνοθέτης της αβάν γκάρντ: 50 χρόνια καριέρας. Αρνείται τις αφηγηματικές δυνατότητες του κινηματογράφου. Οι ταινίες του είναι συναρπαστικές οπτικές εμπειρίες που στόχο έχουν "να οδηγήσουν τον θεατή στα μονοπάτια της ψυχής". Στις αρχές της καριέρας του εξερεύνησε τις δυνατότητες και τις ιδιότητες του φωτός. Αργότερα αρνήθηκε την κινηματογράφηση, επεμβαίνοντας με διάφορους τρόπους κατευθείαν πάνω στο φιλμ. Την δεκαετία του 70 οι ταινίες του γίνονται πιο συμβατικές και αποκτούν ένα έντονο κοινωνικό περιεχόμενο. Ενώ οι πρόσφατες χαρακτηρίζονται ως "αφηρημένο" σινεμά, ένα είδος οραματικής μουσικής. "Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν", δηλώνει. "Τα παιδιά μπορούν: έχουν ένα πολύ πιο ευρύ πεδίο οπτικής αντίληψης, επειδή το βλέμμα τους δεν έχει ακόμα εκπαιδευθεί από τους νόμους που ο άνθρωπος θέσπισε για την προοπτική και τη σύνθεση".
Data: Essential Brakhage (εκδόσεις McPherson & Co., 2001).

Kim Ki-duk (Νότια Κορέα, 1960).
Δύο ταινίες του την φετινή σεζόν προβλήθηκαν στα διαγωνιστικά τμήματα στην Βενετία (Address Unknown) και Βερολίνο (Bad Guy), ενώ το Νησί είχε προβληθεί στους Νέους Ορίζοντες (2000). Μόλις τελείωσε το δημοτικό σχολείο εργάστηκε σε βιομηχανία. Το 1990 βρέθηκε στη Γαλλία "για σπουδές" αλλά πέρασε τα δύο χρόνια παραμονής ζωγραφίζοντας και πουλώντας τους πίνακές του. Δεν έχει καμία κινηματογραφική εκπαίδευση. Οι ήρωες των ταινιών του ανήκουν στο κοινωνικό περιθώριο και η αφήγηση είναι διάστικτη από σκληρότητα και οργή. Χρησιμοποιεί το σεξ στις ταινίες του όχι ως "μέρος της ζωής" αλλά ως "ένα τρόπο για να καταλάβουν ο ένας τον άλλο οι χαρακτήρες". Θεωρεί ότι έχει επηρεαστεί από το έργο του αυστριακού ζωγράφου Egon Schiele και δηλώνει ότι κάνει σινεμά για να μπορέσει να κατανοήσει τον κόσμο.
Data: http://www.kimkiduk.com

Kiyoshi Kurosawa (1955).
Ένας από τους σκηνοθέτες του Νέου Ιαπωνικού Κινηματογράφου. Καμία συγγένεια με τον Akira. Ξεκίνησε από ταινίες pink eiga (γιαπωνέζικα μαλακά πορνό). Το Cure (1997) τον σύστησε στο δυτικό κοινό: υπερφυσικό θρίλερ που διαπραγματεύεται το ζήτημα της ταυτότητας. Παραγωγικότατος -4 ταινίες γύρισε το 1999. Διακρίνεται για την τάση του για πειραματισμούς στην αφήγηση και τους χαρακτήρες. Το Pulse (2001) κερδίζει βραβείο FIPRESCI στις Κάννες και μπαίνει στις 10 καλύτερες της χρονιάς για το Film Comment. "Έχω επηρεαστεί από το αμερικάνικο σινεμά και τον Jean Luc Godard. Στις ταινίες του Robert Aldrich αλλά και του Jean Luc Godard μπορείς να βρεις απαντήσεις στο ερώτημα 'Τι είναι κινηματογράφος;'. Στο έργο μου βλέπεις ότι το τέλος του πολιτισμού είναι κοντά. Πολλοί θεωρούν ότι αυτό είναι αρνητικό και καταθλιπτικό, εγώ όμως πιστεύω το αντίθετο: είναι ένα νέο ξεκίνημα, η γέννηση της ελπίδας".
Data: Film Comment, Sept/Oct 01.

Carlos Reygadas (1971).
Σπούδασε διεθνές δίκαιο στο Μεξικό και το Λονδίνο. Με την πρώτη του ταινία Japon συμμετείχε στο φεστιβάλ του Ρότερνταμ, κλέβοντας τις εντυπώσεις. Η αφήγηση παρακολουθεί τη διαδρομή ενός άνδρα που ξεκινά από την πόλη για να καταλήξει στην έρημο αποφασισμένος να αυτοκτονήσει. Κεντρικό στοιχείο της ταινίας το τοπίο της Μεξικάνικης υπαίθρου. Χρησιμοποιεί το φορμά του super-cinemascope: κινηματογραφεί με κάμερα 16mm προσαρμόζοντας σ' αυτήν αναμορφικούς φακούς και στην συνέχεια μεταφέρει το αποτέλεσμα στα 35mm."Η ταινία είναι σχεδιασμένη για να εκμεταλλευθεί τις δυνατότητες του φορμά", δηλώνει. "Οι ορίζοντες γραμμές στο κάδρο μπορούν να αποδώσουν πολύ καλά την αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης. Η διαδικασία που χρησιμοποιήσαμε είναι πολύ σπάνια και την έχει εφεύρει ένας φίλος μου". Υπάρχουν 310 πλάνα στην ταινία, ένας αριθμός που αποκαλύπτει τον αργό ρυθμό της, ενώ ακούγεται μουσική των Bach, Shostakovich και Arvo Part.
Data: http://www.filmfestivalrotterdam.com