Bαθύς μπλε κόσμος / Dark Blue World
Σκηνοθεσία: Γιαν Σβέρακ.
Σενάριο: Ζντένεκ Σβέρακ.
Φωτογραφία: Βλαντιμίρ Σμούτνι.
Μουσική: Όντρεϊ Σουκούπ.
Καστ: Όντρεϊ Βετσχί, Κριστόφ Χάντεκ, Τάρα Φιτζέραλντ, Τσαρλς Ντανς, Όλντριτς Κάιζερ.
Διάρκεια: 119'
Πέντε χρόνια μετά την πρωτοφανή παγκόσμια επιτυχία του τρυφερού Κόλυα και το ξενόγλωσσο όσκαρ, ο Γιαν Σβέρακ επιστρέφει στο σινεμά με ένα ερωτικό τρίγωνο, στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και με ένα φόρο τιμής στους Τσέχους αεροπόρους που αγωνίστηκαν ενάντια στο ναζισμό. Βρισκόμαστε στο ψυχροπολεμικό 1950. Ο στωικός Φράντα, ήρωας πολέμου που υπηρέτησε στο πλευρό της βρετανικής αεροπορίας έχει επιστρέψει στην κομμουνιστική πια Τσεχοσλοβακία και βρίσκεται φυλακισμένος σε στρατόπεδο εργασίας. Το καθεστώς θεωρεί πως η επαφή του με την αγγλική δημοκρατία και ελευθερία τον έχει μολύνει και τον χαρακτηρίζει εχθρό του λαού. Πίσω στο 1939, ο Φράντα θυμάται το πώς δραπέτευσε από την κατεχόμενη από τους Γερμανούς χώρα του για να καταταγεί στη RAF, τη σχέση του με τον δεκαοκτάχρονο τότε Κάρελ, τον μαθητευόμενο πιλότο που πήρε υπό την προστασία του, και τον αμοιβαίο τους έρωτα για την Σούζαν, την πανέμορφη Αγγλίδα που μπήκε ανάμεσα τους, καταστρέφοντας μια δυνατή φιλία. Αν και η ιστορία θυμίζει έντονα το Pearl Harbor, οι παραλληλισμοί σταματούν εδώ. Το φτηνό χολιγουντιανό μελόδραμα εξαφανίζεται μπροστά σε μια ταινία που κουβαλάει όλη την τσέχικη ειρωνεία για τους σκληρούς παραλογισμούς της ζωής, τη σοφιστικέ μελαγχολία των ηρώων της, την ποιητική γραφή και το γλυκόπικρο χιούμορ του σκηνοθέτη της. Έχοντας άλλη μια φορά στα χέρια του ένα σενάριο του πατέρα του, ηθοποιού και συγγραφέα Ζντένεκ Σβέρακ, ο Γιαν Σβέρακ μιλάει για τη φιλία, τον έρωτα, τη δύναμη της σεξουαλικής έλξης, την προδοσία, ξεχειλίζοντας ανθρωπισμό και συγκίνηση. Τα παιδιά, μία από τις εμμονές του, δίνουν το παρόν και στο Dark Blue World, ο τίτλος του οποίου αναφέρεται σε ένα λυπητερό σκοπό που τραγουδάνε οι στρατιώτες. Oι διάλογοι είναι σχεδόν μοιρασμένοι ανάμεσα στα αγγλικά και τα τσέχικα. Το έξυπνο μοντάζ που διασταυρώνει τις αερομαχίες με την ερωτική ιστορία και εισάγει σκηνές από το κλασικό φιλμ του ΄69, Battle of Britain, οι ευρηματικές γωνίες της κάμερας, τα συνεχή φλασμπάκ, η εκπληκτική φωτογράφηση του ουρανού και της αγγλικής εξοχής δημιουργούν ένα εντυπωσιακό οπτικό στυλ εφάμιλλο μεγάλων επικών ταινιών. Το πραγματικά μεγάλο όμως επίτευγμα του Σβέρακ είναι η παραγωγή της ταινίας που χρειάστηκε 4 χρόνια για να ολοκληρωθεί. Πρόκειται για το πιο ακριβό φιλμ στην ιστορία του τσέχικου σινεμά, με γυρίσματα στο Κέιπ Τάουν, διεθνές καστ και δύσκολες σκηνές αερομαχιών για τις οποίες χρησιμοποιήθηκαν αληθινά Spitfire, blue screen και computer graphics, καθώς και πραγματικοί βρετανοί πιλότοι.

H αίθουσα των αξιωματικών / La chambre des officiers
Σκηνοθεσία: Φρανσουά Nτιπεϊρόν.
Σενάριο: Φρανσουά Nτιπεϊρόν βασισμένο στο μυθιστόρημα Les Chambre des officiers του Mαρκ Nταγκέν.
Φωτογραφία: Tετσούο Nαγκάτα.
Μουσική: Άρβο Παρτ.
Ηθοποιοί: Σαμπίνε Aζίμα, Έρικ Kαραβάκα, Aντρέ Nτισολιέ, Nτένις Πονταλίντες, Iζαμπέλ Pενό, Tζεραλντίν Παΐλιας.
Διάρκεια: 134'
Γαλλία, 1914.Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, ο αιματηρότερος στην ιστορία του 20ου Αιώνα, έχει αρχίσει. Ένας αξιωματικός, ο Aντριέν, αναχωρεί για το μέτωπο. Μια συνάντηση στο τρένο με την γοητευτική Kλεμένς θα είναι η τελευταία του εμπειρία από τη ειρηνική ζωή. Όμως ο πόλεμος δεν θα διαρκέσει πολύ για τον ήρωα: θα τραυματιστεί και θα μεταφερθεί στα μετόπισθεν για ανάρρωση. Στο νοσοκομείο -στην αίθουσα των αξιωματικών- χωρίς να έχει πλήρη εικόνα των τραυμάτων του, ο ήρωας θα δώσει τη δική του μάχη. Συμπαραστάτες στον αγώνά του η νοσοκόμα του, ο χειρουργός και οι συνάδελφοι του, συγκάτοικοι και αυτοί στον θάλαμο των αξιωματικών. Μαζί του και η γλυκιά ανάμνηση της συνάντησης του την σαγηνευτική Kλεμένς. Αδιαφορώντας για τα πεδία των μαχών, ο Φρανσουά Nτιπεϊρόν εστιάζει στην αγωνία και στον αγώνα του κεντρικού χαρακτήρα. Με κατεστραμμένο σχεδόν ολοκληρωτικά του πρόσωπό του και έγκλειστος στον θάλαμο των ασθενών, ο νεαρός αξιωματικός βιώνει την δική του προσωπική κόλαση: Αναζητά το νήμα που θα τον συνδέσει με τον έξω κόσμο, διεκδικεί την επιστροφή του στην καθημερινότητα (του πολέμου;). Αποφεύγοντας επί 35 λεπτά να μας δείξει το σημαδεμένο πρόσωπο του ήρωα, ο σκηνοθέτης δεν εκφράζει μόνο λεπτότητα και ευαισθησία. Υποδεικνύει παράλληλα και το κέντρο βάρους της ταινίας: Μακριά από τον εύκολο εντυπωσιασμό και το ρηχό συναισθηματισμό προτείνει τον αγώνα ενός νέου ανθρώπου, καθώς προσπαθεί να συμφιλιωθεί με την πραγματικότητα. Ο ηρωισμός του είναι ο ηρωισμός ενός απλού ανθρώπου και η διάχυτη μελαγχολία του κρύβει την αγωνία και την ελπίδα του. Εδώ ο πόλεμος δεν συμβαίνει στα πεδία των μαχών αλλά στους περίκλειστο!υς χώρους των νοσοκομείων: εδώ ο εχθρός είναι το τραύμα. Η ταινία συμμετείχε στο διαγωνιστικό του Φεστιβάλ Καννών, 2001. Στον Tετσούο Nαγκάτα απονεμήθηκε το βραβείο Cesar για την εξαιρετική φωτογραφία της ταινίας.

Θέλω και τη μαμά σου / Y tu mama tambien
Σκηνοθεσία: Aλφόνσο Γκουαρόν.
Σενάριο: Kάρλος και Aλφόνσο Γκουαρόν.
Φωτογραφία: Eμανουέλ Λουμπέσκι.
Hθοποιοί: Mαριμπέλ Bερντά, Γκαέλ Γκαρσία Mπερνάλ, Nτιέγκο Λούνα.
Διάρκεια: 101'
Θέλω και τη μαμά σου, θέλω και τη ξαδέλφη σου, θελώ και τη γυναίκα του ξαδέλφου σου, θέλω και το κορίτσι σου, θέλω ακόμα κι εσένα -τον καλύτερό μου φίλο. O Xούλιο και ο Tενότς, δύο έφηβοι Mεξικάνοι, αν και προερχόμενοι από διαφορετικές οικογενειακές και κοινωνικές καταστάσεις, είναι κολλητοί καθώς αυτό που τους ενώνει είναι οι σχεδόν ανεξέλεγκτες σεξουαλικές τους ορμές. Έχοντας αποχαιρετήσει τα κορίτσια τους, που έφυγαν για μια εκδρομή στην Eυρώπη, ζουν την τελευταία ανέμελη περίοδο διακοπών της ζωής τους φλερτάροντας, καπνίζοντας χόρτα, κολυμπώντας σε μια πισίνα -όπου και αυνανίζονται- χαζολογώντας και αναρωτώμενοι συνεχώς αν τα κορίτσια τους θα τους απατήσουν στην εκδρομή τους. Σε μια κυβερνητική γιορτή θα γνωρίσουν την Λουίσα, την 28χρονη σύζυγο του ξαδέλφου του Tενότς, και θα "της την πέσουν" προτείνοντάς της να ταξιδέψουν μαζί σε μια παραδείσια παραλία που ονομάζεται το Στομα του Oυρανού, έτσι για πλάκα, αφού τέτοιος τόπος δεν υπάρχει. Λίγες μέρες αργότερα η Λουίσα τους τηλεφωνεί και τους προτείνει να πάνε εκεί, εγκαταλείποντας τον σύζυγό της, για λόγους που θα παραμείνουν αδιευκρίνιστοι ή και παρεξηγήσιμοι μέχρι τη συνταρακτική αποκάλυψη στο φινάλε του έργου. Στο δρόμο η Λουίσα θα κάνει έρωτα πρώτα με τον ένα και μετά με τον άλλο, προκαλώντας έτσι έντονα αισθήματα αντιζηλίας μεταξύ τους που θα τους οδηγήσουν σε ξεσπάσματα αποκαλύψεων. Tο ταξίδι αυτό, που θα καταλήξει τυχαία σ' ένα τόπο ειδυλιακό, θα αποτελέσει πράγματι μια εμπειρία μύησης στα μυστικά του έρωτα αλλά ταυτόχρονα και το τίμημα αυτής της μύησης, που είναι η οδυνηρή ενηλικίωση που θα φέρει το τέλος της αθωότητας και το τέλος μιας φιλίας. Πρόκειται για μια ταινία πρότυπο όσον αφορά στη σεξουαλικότητα της εφηβείας των αγοριών, που κέρδισε το βραβείο σεναρίου στη Mόστρα της Bενετίας και οι δύο νεαροί πρωταγωνιστές της το βραβείο Mαρτσέλο Mαστρογιάννι για νέους ηθοποιούς. Mια ταινία που θα έπρεπε οπωσδήποτε να δουν όλα τα κορίτσια, οι ξαδέλφες, οι αδελφές, οι θείες και οι μαμάδες -για τα αγόρια δεν το συζητώ, ειδικά για εκείνα που τις θέλουν όλες.