Ανασαίνω / Respiro
 |
Σκηνοθεσία-Σενάριο: Eμανουέλε Kριαλέζε.
Φωτογραφία: Φάμπιο Zαμάριον.
Mοντάζ: Nτιντιέ Pανζ.
Hθοποιοί: Bαλέρια Γκολίνο, Bιντσέντζο Aμάτο, Φραντσέσκο Kαζίζα, Bερόνικα Nτ' Aγκοστίνο.
Διάρκεια: 90'
|
Kαμιά φορά η ιδέα μιας ταινίας γεννιέται εκεί που δεν το περιμένεις. Για τον Ιταλό Εμανουέλε Κριαλέζε, το Respiro προέκυψε από την ανάγκη του να πάρει μια "ανάσα" μετά το τέλος της πρώτης του ταινίας, μιας ρομαντικής κωμωδίας με τον τίτλο Once we were strangers που γύρισε εξ ολοκλήρου στη Νέα Υόρκη. Η ανάγκη λοιπόν για απομόνωση τον οδήγησε στη Λαμπεντούζα, το μικρό ιταλικό νησί νοτιοδυτικά της Σικελίας, το οποίο πρωταγωνιστεί στο Respiro. Η επιθυμία του να κινηματογραφήσει το άνυδρο και σκονισμένο τοπίο μπλέχτηκε με τον τοπικό θρύλο μιας ελεύθερης και περιφρονημένης από τον περίγυρο νεαρής κοπέλας, που μια μέρα εξαφανίστηκε κάνοντας τους πάντες να νομίζουν πως έχει αυτοκτονήσει, κι έτσι μπήκε στην περιπέτεια των γυρισμάτων της δεύτερης ταινίας του.
Στην ταινία η Βαλέρια Γκολίνο - που έκανε κάποιους να θυμηθούν την Μπε Μπε στο Και ο θεός έπλασε τη γυναίκα - είναι η Γκράζια, μια καθόλα ευτυχισμένη σύζυγος και μητέρα τριών παιδιών, με εφηβική εμφάνιση και αισθησιασμό που δεν συμμαζεύεται, αλλά και με ένα πνεύμα τόσο αδάμαστο που προκαλεί τα ρωμαιοκαθολικά ήθη στο σχεδόν πρωτόγονο ψαροχώρι όπου ζει. Μέχρι και ο σύζυγος πείθεται πως μόνο ένας ψυχίατρος από το Μιλάνο μπορεί να τη "σώσει". Κρυμμένη σε μια σπηλιά, η Γκράζια κερδίζει χρόνο και αναστατώνει ξανά τη ζωή των συγχωριανών της μέχρι την "ανάσταση" της.
Το Respiro είναι το παθιασμένο πορτραίτο μιας αντισυμβατικής γυναίκας, δοσμένο με μαγικό ρεαλισμό αλλά και μια ελαφριά ανθρωπολογική ματιά πάνω στην καθημερινότητα ενός κομματιού της Μεσογείου που ζει τη δική του παγανιστική πραγματικότητα. Η κάμερα του Κριαλέζε ανασαίνει τον χρυσό ήλιο που καίει την πέτρα της Μεσογείου, τρέχει πίσω από παιδιά που κυκλοφορούν ημίγυμνα πάνω σε βέσπες, ρίχνει αγαλμάτινες Μαντόνες στο νερό, δίνοντας με απόλυτα φυσικό τρόπο την αίσθηση του ρυθμού της ζωής στο νησί. Η ποιητική ομορφιά των εικόνων του, οι ζωντανοί χαρακτήρες, οι θεατρικά κωμικές ερμηνείες των ηθοποιών και το ειδυλλιακό τοπίο της Σικελίας αποτελούν τα δυνατά σημεία της ταινίας, η οποία κέρδισε το "Βραβείο της Εβδομάδας Κριτικής" στο τελευταίο φεστιβάλ των Κανών.
Δείξε μου αγάπη / Fucking Amal
 |
Σκηνοθεσία-Σενάριο: Λούκας Mούντισον.
Φωτογραφία: Oυλφ Mπράντας.
Mοντάζ: Mίκαλ Λεζιλόφσκι.
Hθοποιοί: Aλεξάντρα Nτάλστρεμ, Pεμπέκα Λίλιεμπεργκ, Έρικα Kάρλσον, Mατίας Pαστ.
Διάρκεια: 89'
|
Tο φιλμ που "βύθισε" ακόμα κι εκείνο το πολύ μεγάλο πλοίο στο σουηδικό box office, κερδίζοντας πέντε σουηδικά όσκαρ και πολλές φεστιβαλικές διακρίσεις (βραβείο "Teddy" και "International Critic's Choice Award" στο Βερολίνο), ήταν πίσω στα 1999 το low budget ντεμπούτο του νεαρού Λούκας Μούντισον, ο οποίος θα άκουγε ακόμα και τον master Μπέργκμαν να του αποδίδει επαίνους. Το θεαματικό entry έγινε με την ιστορία ενός εφηβικού ρομάντσου ανάμεσα σε δύο 16χρονα κορίτσια, στην ασήμαντη επαρχιακή πόλη του Άμαλ, και με μια παρολίγον δικαστική κόντρα αφού οι πολιτικοί άρχοντες του Αμάλ δεν έδειξαν ανοχή στον "αγενή" προσδιορισμό στον σουηδικό τίτλο της ταινίας. Οι αντιδράσεις όμως κάμφθηκαν γρήγορα από το εμπορικό της κρεσέντο.
Βρισκόμαστε λοιπόν στο ναρκωμένο από την ανία Άμαλ, στην άκρη του πουθενά, όπου η ζωή των μεγάλων τρέφεται από την κλήρωση του μπίνγκο/λόττο και η νεολαία προσπαθεί να σκοτώσει τη βαριεστημάρα της, ξεφυλλίζοντας editorial μόδας, συζητώντας για σεξ, παίζοντας με τα κινητά και οργανώνοντας ρέιβ πάρτι. Όμως η αίσθηση της ασφυξίας δεν λέει να τους εγκαταλείψει. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συνεσταλμένη Άγκνες αγαπάει τα κορίτσια, διαβάζει ποίηση, φλερτάρει με την αυτοκτονία και είναι κρυφά ερωτευμένη με την "Σταχτοπούτα" της τάξης της, την δημοφιλή Ελίν που έχει όλα τα αγόρια στην ποδιά της και ονειρεύεται καριέρα μοντέλου. Κι ο έρωτας ανθίζει, όχι όμως χωρίς εμπόδια και αμφιβολίες.
Το Fucking Amal είναι πάνω απ' όλα μια ταινία που αγαπάει τους εφήβους. Συμμερίζεται τις αγωνίες, τις απογοητεύσεις, τις ανασφάλειες τους, τη σεξουαλική σύγχιση μπροστά στα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, χτίζοντας μια τρυφερή και συνάμα αστεία ιστορία ενηλικίωσης, η οποία ισορροπεί θαυμάσια ανάμεσα στο ρεαλιστικό δράμα και τη μαύρη κωμωδία. Κινηματογραφώντας με ντοκιμαντερίστικο στυλ - εκτεταμένη χρήση φορητής κάμερας, χαμηλοί φωτισμοί, ερασιτέχνες ηθοποιοί -, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στη μουσική κι έχοντας στο μοντάζ τον βετεράνο Michal Leszczylowski, συνεργάτη των Ταρκόφσκι και Μπέργκμαν, ο Μούντισον έστειλε το μήνυμα πως το προσωπικό σινεμά μπορεί να είναι και ψυχαγωγικό.
Το πέτυχε μιλώντας χωρίς συμβιβασμούς για το κουράγιο του να είσαι διαφορετικός και να παλεύεις να τα βγάλεις πέρα με τα συναισθήματα σου, αποφεύγοντας τα κλισέ ενός τυπικού "gay movie". Στο τέλος, το happy end δεν είναι η εκπλήρωση της ερωτικής επιθυμίας αλλά η αυτογνωσία που κερδίζουν οι ηρωίδες. Άλλωστε, love is love, όπως λέει και το τσέχικο τραγούδι που ακούγεται στην ταινία. Και το πιο δύσκολο πια είναι να αγαπήσεις.
Aνοιχτές καρδιές / Open Hearts
 |
Σκηνοθεσία: Σουζάνε Mπίερ.
Σενάριο: Σουζάνε Mπίερ, Άντερς Tόμας Γιένσεν.
Φωτογραφία: Mόρτεν Σόμποργκ.
Mοντάζ: Περνίλε Mπεχ Kρίστενσεν, Tόμας Kραγκ.
Hθοποιοί: Mατς Mίκελσεν, Σόνια Pίχτερ, Nικολάι Λίε Kάας, Πάπρικα Στέεν.
Διάρκεια: 113'
|
Παρακολουθώντας τις αδιόρατες διαδρομές του έρωτα -στο πως απροειδοποίητα εισβάλλει στις καρδιές, στο πως αναστατώνει τις ψυχές και ανατρέπει τις ισορροπίες- αυτή η ταινία από την Δανία ισορροπεί τα ρεαλιστικά και μελοδραματικά της στοιχεία, αφήνοντας στο τέλος μια γλυκόπικρη αίσθηση.
Κεντρικά πρόσωπα της αφήγησης είναι ένα ζευγάρι: η Cecile και ο Joachim είναι τρέλα ερωτευμένοι. Τις ευδαιμονίες του έρωτα τους θα διαταράξει ένα απρόοπτο γεγονός: ο Joachim θα έχει ένα σοβαρό αυτοκινητικό ατύχημα. Οι συνέπειες του είναι ολέθριες καθώς θα μείνει παράλυτος.
Σε μια απροσδόκητη έκφραση αληθινής αγάπης αλλά και αυτοσεβασμού, ο Joachim θα ζητήσει από την αγαπημένη του Cecile να τον εγκαταλείψει. Η υπεύθυνη του ατυχήματος Marie, γεμάτη τύψεις, ζητά από το σύζυγό της και γιατρό του, Niels να προσφέρει στο ζευγάρι κάθε δυνατή βοήθεια -συναισθηματική ή άλλη. Επιθετικός και με εχθρικές διαθέσεις απέναντι στην αγαπημένη του, ο Joachim σιγά -σιγά απομακρύνεται συναισθηματικά. Απογοητευμένη από την εξέλιξη των γεγονότων η Cecile δεν θα αργήσει να βρει παρηγοριά και συναισθηματική συμπαράσταση στο πρόσωπο του Niels...
Αν και η αφήγηση της ταινίας είναι διάστικτη από επιρροές από τα τηλεοπτικά μελοδράματα -η μοίρα και η τύχη αποτελούν θεμέλιους λίθους της δραματικής πλοκής-, είναι ο σκηνοθετικός χειρισμός της νεαρής Σουζάνε Mπίερ που συνιστά την πρωτοτυπία. Υπακούοντας -όχι απόλυτα είναι αλήθεια- στους κανόνες του Δόγματος (που θέσπισε ο Lars von Trier και οι συνεργάτες του) η σκηνοθέτις αφηγείται τις απροσδόκητες δυναμικές του έρωτα, της αγάπης, της μοίρας και του τυχαίου. Αυτή η ετερόκλητη σύμφυση ανάμεσα στον ρεαλισμό του ύφους και την μελοδραματικότητα του σεναρίου δίνει στην ταινία ένα μη αναμενόμενο συναισθηματικό βάθος.
Βραβευμένη από την FIPRESCI στο Φεστιβάλ του Τορόντο 2002 με την επισήμανση ότι "το Δόγμα έχει μεγαλώσει και έχει εξελιχθεί σε μια κινηματογραφική γλώσσα με δυνατότητες", η ταινία είναι ένα σχόλιο με τη φόρμα του μελοδράματος για τη ζωή και τον έρωτα στο δυτικό κόσμο.
Πάνω στα χείλη μου / Sur mes levres
 |
Σκηνοθεσία: Zακ Oντιάρ.
Σενάριο: Tονίνο Mπενακουίστα, Zακ Oντιάρ.
Φωτογραφία: Mατιέ Bαντπιέ. Mοντάζ: Tζούλιετ Γουέλφλινγκ.
Hθοποιοί: Eμανουέλ Nτεβό, Bενσάν Kασέλ, Oλιβιέ Γκουρμέ, Oλιβιά Mποναμί.
Διάρκεια: 118'
|
Oι απρόοπτες δυναμικές μιας αταίριαστης σχέσης ανάμεσα σε μια κωφάλαλη υπάλληλο γραφείου και έναν άρτι αποφυλακισθέντα, είναι το θέμα της ταινίας που είναι τόσο μια ιστορία αγάπης όσο και ένα νεο-νουάρ θρίλερ.
Κεντρικό πρόσωπο είναι η Kάρλα: όντας κωφάλαλη έχει μάθει να διαχειρίζεται την ιδιαιτερότητα της μ' ένα τέτοιο τρόπο που να την προφυλάσσει από ανεπιθύμητες εισβολές στον προσωπικό της χώρο. Διστακτική και απόμακρη η ηρωίδα γρήγορα θα γνωρίσει την σκοτεινή πλευρά της προσωπικότητας της
Η συνάντηση μ' ένα κακοποιό, τον Πολ -στον ρόλο ο Bενσάν Kασέλ (Tο μίσος, Mη αναστρέψιμος)- θα εκτρέψει την αφήγηση προς κάποιες κατευθύνσεις γεμάτες απρόοπτα. "Τον δίδαξε τους καλούς τρόπους. Της δίδαξε τους κακούς": Η σχέση των δύο θα αποκτήσει μια τέτοια δυναμική που θα μεταμορφώσει την άτολμη υπάλληλο. Τα όρια του νόμου θα γίνουν δυσδιάκριτα για την Kάρλα καθώς η επιθυμία της για μεταμόρφωση και ο σεξουαλικός πόθος θα την κυριεύσουν.
Ο σκηνοθέτης δημιουργεί ένα μείγμα από στοιχεία θρίλερ αλλά και ρομαντικής ταινίας, χρωματίζοντας τις εικόνες με τους σκοτεινούς τόνους ενός νουάρ. Η αφήγηση παρακολουθεί την πορεία της νεαρής και γοητευτικής ηρωίδας καθώς ανακαλύπτει σιγά-σιγά άγνωστες πλευρές του εαυτού της. Η ιδιαιτερότητά της, δηλαδή η αδυναμία της να ακούσει τους ήχους, γίνεται ένα αναπόσπαστο τμήμα της προσωπικότητας της και ένας κρίσιμος παράγων για τη δραματική πλοκή. Θύμα ή θύτης η Kάρλα είναι μια πραγματική femme fatale, μια μοιραία γυναίκα που θα ανακαλύψει την αληθινή της δύναμη.
Μετά τις ταινίες του Regarde les hommes tomber (1993) και Un heros tres discret (1996) ο Ζακ Οντιάρ, επικεντρώνεται πάλι σ' ένα πρόσωπο ηθικά αμφιλεγόμενο, που βρίσκεται μετέωρο. Ο σκηνοθέτης (και γνωστός σεναριογράφος) είναι ίσως από τους πιο υποτιμημένους και παραγνωρισμένους στο χώρο του γαλλικού σινεμά: το έργο του βρίσκεται μακριά από το κυρίως ρεύμα αφού χαρακτηρίζεται από μια ισχυρή δραματική αίσθηση και είναι πάντα προσανατολισμένο προς τις αφηγηματικές εντάσεις, ενώ στο κέντρο υπάρχουν πάντα πρόσωπα ηθικά διφορούμενα και αμφιλεγόμενα.
Το άνθος του κακού / La fleur du mal
 |
Σκηνοθεσία: Kλοντ Σαμπρόλ.
Σενάριο: Kλοντ Σαμπρόλ, Kαρολίν Eλιασέφ, Λουίς Λ. Λάμπρικς.
Φωτογραφία: Eντουάρντο Σέρα.
Mοντάζ: Mονίκ Φαρδούλις.
Hθοποιοί: Nαταλί Mπεΐ, Mπενουά Mαζιμέλ, Σουζάν Φλον, Mπερνάρ Λεκόκ.
Διάρκεια: 104'
|
Mε το μπωντλερικό οξύμωρο για τίτλο, τον Χίτσκοκ να χαμογελά από την κλειδαρότρυπα και το αμαρτωλό "μεγαλείο" της μπουρζουαζίας στο στόχαστρο, ο βετεράνος Σαμπρόλ βάζει γι' άλλη μια φορά μπροστά τη μηχανή της κοινωνικής ανάλυσης και όποιον πάρει ο κυνικός σαρκασμός του.
Οι ήρωες του είναι κι εδώ, όπως συνήθως, πρόσωπα της μεγαλοαστικής τάξης με ταραγμένο παρελθόν. Στο Άνθος του Κακού, πρόκειται για την οικογένεια των Σαρπέν - Βασέρ, ευηπόλητα άτομα της επαρχίας του Μπορντό, με δεξιές πολιτικές πεποιθήσεις και λάτρεις της ετικέττας. Όμως όπως κάθε μπουρζουάδικη φαμίλια, για τον Σαμπρόλ, όλοι έχουν κρυμμένους σκελετούς στη ντουλάπα τους. Οι αποκαλύψεις θα ξεκινήσουν με την άφιξη του γιου της οικογένειας στο πατρικό σπίτι για την προετοιμασία των επερχόμενων δημοτικών εκλογών, αφού η μαμά είναι η δήμαρχος της πόλης. Ανώνυμα γράμματα τα οποία "γνωρίζουν" πως η ηλικιωμένη θεία Λυν σκότωσε τον πατέρα της (έγκλημα για το οποίο αθωώθηκε), πίσω στα 1944, καταφθάνουν στην πόρτα. Και να ήταν αυτή η μόνη αμαρτία που απειλεί με έμφραγμα το μέλλον των Σαρπέν; Στο προεκλογικό διάστημα των δύο εβδομάδων, πολλά μυστικά θα βγουν στην φόρα, πολλά προσωπεία θα πέσουν και πολλοί αθώοι θα δηλώσουν ένοχοι...
Προσφέροντας διαρκώς αινίγματα προς λύση στο θεατή και πυροδοτώντας την αίσθηση του αστυνομικού μυστηρίου, η ταινία ανατομεί και πάλι τα ήθη και τις συμπεριφορές της αστικής τάξης, βγάζοντας στην επιφάνεια την υποκρισία, τη γελοιότητα και τη διαφθορά που είναι εγγεγραμένα στο DNA της. Εκτυλίσσοντας την ιστορία του μέσα από συνεχή φλασμπάκ ανάμεσα στο σήμερα και το παρελθόν, ποτίζοντας τα πλάνα του με τη μοναδική ειρωνική του ματιά και πετυχαίνοντας υπέροχες ερμηνείες απ' όλους τους ηθοποιούς του και ιδιαίτερα από τη μυθική θεατρίνα Σουζάν Φλον στο ρόλο της θείας Λιν, ο Σαμπρόλ επιστρέφει δριμύτερος στο κινηματογραφικό σασπένς που ξέρει να χειρίζεται με απαράμιλλη μαεστρία.
|
|
|
|