Ο Sternberg θα την πάρει μαζί του στην Αμερική, στην εταιρεία Paramount (η Greta Garbo "ανήκε" στην Metro), θα την μεταμορφώσει σε μια ακραία ερωτική φαντασίωση και (αλλάζοντας το λουκ, το μακιγιάζ, το χτένισμα, με αυστηρή δίαιτα, ώστε να αδυνατίσει για να αναδειχθούν οι υπέροχες γάμπες της, με την αφαίρεση 2 τραπεζιτών για να δημιουργηθούν τα θεσπέσια ζυγωματικά της) θα πλάσει μια θεά. Θα της αποκαλύψει το βαθύτερο είναι της και θα της ανοίξει ένα μονοπάτι προς την κορυφή, το οποίο αυτή θα το βαδίσει μόνη (δείγμα της ανεξάρτητης και ισχυρής της προσωπικότητας), αφήνοντας σύντομα πίσω της τον μέντορά της. Στις ΗΠΑ θα γυρίσουν μαζί, μέσα σε πέντε χρόνια, 6 ταινίες (τις καλύτερες της καριέρας της) που θα εδραιώσουν τον μύθο της και το 1935 οι δρόμοι τους θα χωρίσουν οριστικά. Εκείνος μακριά της θα χάσει τον δημιουργικό του οίστρο και σταδιακά θα περάσει στο περιθώριο, ενώ εκείνη κατακτώντας τον εαυτό της "θα γίνει αυτό που είναι" και θα συνεχίσει μια εκθαμβωτικά λαμπρή καριέρα, χωρίς να παραλείψει ποτέ να του στέλνει μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1969, μια κάρτα που έγραφε πάντα τα ίδια λόγια: "Δεν είμαι τίποτα χωρίς εσένα, Marlene".
Γυναίκα ανεξάρτητη, ευφυής και αντικομφορμίστρια, θα καλλιεργήσει και θα διαχειριστεί η ίδια (ως ικανότατη image maker) την εικόνα της στον χώρο του θεάματος και της προβολής, αλλάζοντας τους κανόνες του παιχνιδιού, σε μια εποχή που οι σταρ ήταν σκλάβες στα χρυσά κλουβιά των στούντιο. Xαρακτηριστικό είναι ότι ήλεγχε η ίδια προσωπικά το πώς θα έπεφτε το φως των προβολέων πάνω της, στις ταινίες και στις φωτογραφίσεις της. Aς μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι προερχόταν από την παράδοση του γερμανικού εξπρεσιονισμού, όπου το chiaro-scuro ήταν βασικό συστατικό της εικόνας.
Η Marlene, χρόνια μπροστά από την εποχή της και πέρα από τις επιταγές της μόδας, καθιέρωσε ένα στυλ απόλυτα προσωπικό, σοφιστικέ και εκλεπτυσμένο και όχι μόνον δημιουργούσε μόδα, αλλά ήταν η μόδα προσωποποιημένη. Ο όρος glamour μοιάζει να επινοήθηκε ακριβώς γι' αυτήν. Με την Dietrich η γυναικεία θηλυκότητα αποκτά μια πρωτόφαντη και εντελώς αιρετική διάσταση: καταφέρνοντας με την εικόνα της να συγκεράσει την old fashion ευαίσθητη και εύθραυστη ομορφιά των ηθοποιών του βωβού, με την αντρική αρρενωπότητα δημιούργησε έναν αινιγματικό, προκλητικό, αλλά και ακαταμάχητο σαγηνευτικό γυναικείο τύπο μιας ερμαφρόδιτης σεξουαλικότητας. Μια femme fatale "μεταλλαγμένη", τυλιγμένη σε μια διφορούμενη αύρα που ξυπνά τις κρυφές προσδοκίες και τους μύχιους πόθους αντρών και γυναικών. Είναι η πρώτη που λανσάρει το αντρικό ντύσιμο στις γυναίκες (αυτή και όχι η ατάλαντη Louise Veronica Ciccone, πιο γνωστή και ως Μadonna, που την αντέγραψε κακόγουστα). Ο μόνος που θα "κλέψει" με στιλ και θα οικειοποιηθεί αυτήν την ανδρόγυνη εικόνα της θα είναι ο "Δούκας" David Bowie, προσωπικός της φίλος και συμπρωταγωνιστής της στην τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση στην ταινία Ζιγκολό. Όμως είτε φορά μπερέ, τραγιάσκα, φράκο με μονόκλ ή στρατιωτική στολή, είτε είναι τυλιγμένη στις αιθέριες μουσελίνες, στις διαφανείς ρόμπες ή στα εκπληκτικά της ρούχα, σχεδιασμένα ειδικά γι' αυτήν από τους κορυφαίους μόδιστρους (η γκαρνταρόμπα της και τα αξεσουάρ της, από τα παπούτσια μέχρι τις βαλίτσες της, θα μπορούσαν να αποτελούν περίοπτο έκθεμα σ' ένα Μουσείο Αισθητικής του 20ού αιώνα), η εικόνα της ανταποκρίνεται παντού και πάντα στον αναλλοίωτο μύθο της: απρόσιτη, απόμακρη, αγέρωχη, μοναχική, αδέσμευτη, αφεντικό του εαυτού της, μια γυναίκα μυστήριο, διάβολος μαζί και άγγελος, ένα όνειρο ασύλληπτης ομορφιάς που δεν κατέχεται από κανέναν. Ένα σκοτεινό αντικείμενο του πόθου, ανέγγιχτο από τον χρόνο και στεφανωμένο από μια αινιγματική ερωτική αύρα.
Πολυφωτογραφημένη από τους καλύτερους φωτογράφους της εποχής της, υπήρξε μια μεγάλη ντίβα, που δεν έπεσε θύμα του μύθου της, θαμπωμένη από την ίδια της την εικόνα (όπως τόσοι άλλοι), αλλά και μια γυναίκα με "σάρκα και οστά" που διέσχισε ολόκληρο σχεδόν τον προηγούμενο αιώνα, ως πρωταγωνίστρια, όχι μόνον στον στίβο της τέχνης, αλλά και της ζωής. Φανατική αντιναζίστρια, αγνόησε τις επανειλημμένες εκκλήσεις του ίδιου του Χίτλερ να επιστρέψει στην Γερμανία για να γίνει "η κινηματογραφική βασίλισσα του Tρίτου Ράιχ".
Στη διάρκεια του πολέμου εγκατέλειψε τα πάντα και με συνεχείς περιοδείες στα μέτωπα των μαχών ψυχαγώγησε, (φορώντας στρατιωτική στολή φυσικά και τραγουδώντας, ανάμεσα σε άλλα και το περίφημο "Λιλί Μαρλέν"), τα συμμαχικά στρατεύματα που πολεμούσαν ενάντια στην ίδια της την πατρίδα. Στα μέσα της δεκαετίας του '50 αραιώνει τις κινηματογραφικές της εμφανίσεις και αρχίζει ουσιαστικά μια δεύτερη καριέρα ως showstar, σκηνοθετώντας η ίδια τον εαυτό της, τραγουδώντας σε μουσικές παραστάσεις (εξάλλου η βραχνή φωνή της ήταν αναπόσπαστο μέρος του μύθου της, από την εποχή της Λόλα Λόλα) και περιοδεύει σ' όλον τον κόσμο με τεράστια επιτυχία. Όταν, το 1960, θα εμφανιστεί, για πρώτη και μοναδική φορά, μπροστά στο κοινό της πατρίδας της, θα αποθεωθεί, αλλά θα ακούσει και κραυγές τύπου "Marlene go home", μικρόψυχων ανθρώπων που ταύτισαν την θαρραλέα της εναντίωση στο ναζιστικό καθεστώς με προδοσία, γεγονός που την πίκρανε πολύ.