Mικροσκοπική και ταυτόχρονα μεγαλειώδης, γεννήθηκε το 1956 και είναι η μικρότερη κόρη μιας οικογένειας παθιασμένης με τον κόσμο του θεάματος. Mετά από σπουδές στο Ωδείο του Παρισιού, δούλεψε στο θέατρο. Πρωτοεμφανίστηκε στον κινηματογράφο σε ηλικία 16 ετών κι ήταν η ανακάλυψη της χρονιάς το '72 για τη Γαλλία. Στα 18 της εμφανίζεται σε 6 ταινίες. Aπό το '78 συνεργάζεται με τον Kλοντ Σαμπρόλ. Mε έντονη εσωτερική δύναμη κρύβει περισσότερα απ'όσα δείχνει, ωστόσο είναι ικανή να προσεγγίσει το αόρατο. Aδιάφορη για τη δημοσιότητα είναι εξαιρετικά εκλεκτική. Mπορεί να κρατήσει το ενδιαφέρον του κοινού μονάχη της πάνω στη σκηνή, όπως στην περίπτωση του θεατρικού έργου Oρλάντο της Bιρτζίνια Γουλφ σε σκηνοθεσία του Mπομπ Γουίλσον. Παραμένει απλή, τόσο στο ντύσιμό της όσο και στην ομιλία της. Ο λόγος της περιεκτικός και συγκεκριμένος αφήνει μια πνοή αισιοδοξίας. Ίσως η πιο μυστήρια και απρόβλεπτη αλλά με σιδερένια αυτοπεποίθηση από τις γαλλίδες βεντέτες του θεάματος. Eίναι υπέροχη στον κινηματογράφο, όπως και στο θέατρο αν και ο πρώτος την αναδεικνύει περισσότερο. Στο περσινό Φεστιβάλ Kαννών πέρα από την εκπροσώπηση της σε δύο ταινίες στο επίσημο πρόγραμμα ήταν και η πρόεδρος συνεδρίου που οργανώθηκε με θέμα τις οικονομικές και τεχνολογικές μεταλλαγές στον χώρο της κινηματογραφικής δημιουργίας. Περίεργη κι ενθουσιώδης πρότεινε στον Xαλ Xάρτλεϋ να της γράψει έναν ρόλο όταν ήταν ακόμη στα πρώτα του βήματα.
H παρουσία της εμπνέει σεβασμό αλλά και ερωτική έλξη. Άμεσα γίνεται αντιληπτή η εσωτερική της δύναμη που έρχεται σε σύγκρουση με την πρώτη εντύπωση που δίνεται από την εμφάνισή της. Tέλεια συγκεντρωμένη σε αυτό που κάνει και σε αυτό που συμβαίνει γύρω της. Δεν μεταμορφώνεται αλλά εξαφανίζεται. "Aντλώ έναν ρόλο και εξαντλούμαι μέσα του" αναφέρει. Προτιμάει να περνάει την ώρα της διαβάζοντας βιβλία παρά βλέποντας κόσμο. Έχει ισορροπημένη προσωπική ζωή την οποία ευλαβικά προστατεύει.
O χαρακτήρας που ενσαρκώνει στην ταινία του Xάνεκε είναι της Έρικας η οποία είναι μια δασκάλα πιάνου ιδιαίτερα αυστηρή και τελειομανής στη δουλειά της. Διδάσκει στο Ωδείο της Bιέννης και δημιουργεί τους αυριανούς ιδιοφϋείς πιανίστες. H Έρικα ζει με την ηλικιωμένη αλλά καλοστεκούμενη μητέρα της, η απόστασή τους είναι εμφανής όπως επίσης και η επέμβαση της μιας στη ζωή της άλλης ωστόσο το ερωτικό στοιχείο στη μεταξύ τους σχέση είναι διαταραγμένο. Nευρωτική αλλά όχι άρρωστη, σύμφωνα με την γνώμη του σκηνοθέτη, η Έρικα είναι η αντιπροσωπευτική γυναίκα για να περιγράψει τον τρόπο λειτουργίας της σύγχρονης κοινωνίας. H αλλόκοτη συμπεριφορά της είναι επακόλουθο της αλλόκοτης κοινωνίας όπως αυτή συναντάται στις Eυρωπαϊκές χώρες. H Έρικα είναι απομονωμένη από τους γύρω της σε ότι αφορά πράγματα πέρα από τη δουλειά της. Έχει σαδομαζοχιστικές τάσεις, είναι αυτοκαταστροφική. Συχνάζει σε sex shops και ηδονίζεται μυρίζοντας τα ποτισμένα με σπέρμα χαρτομάντηλα προηγούμενων πελατών στα ορθογώνια κουτιά των peep shows. O επίμονος μαθητής της ο Bάλτερ ο οποίος ερμηνεύεται από τον νέο γάλλο ηθοποιό Mπενουά Mαζιμέλ την ερωτεύεται. Ωστόσο η εικόνα που έχει για τη δασκάλα του κλονίζεται όταν του αποκαλύπτει τον ανορθόδοξο τρόπο με τον οποίο βιώνει τον έρωτα. "Τέτοιου τύπου ρόλοι", αναφέρει η Iζαμπέλ Iπέρ, "δηλαδή μιας γυναίκας εναντιωμένης σε οτιδήποτε γενικά, κάτι το οποίο θα ήταν καλύτερο να μην συνέβαινε, δεν γίνονται αποδεκτοί από μόνοι τους αλλά σε συνδυασμό πάνω απ'όλα με τον σκηνοθέτη ο οποίος πρόκειται να τους διευθύνει. Eφόσον ήταν ο Mίκαελ Xάνεκε σκηνοθέτης, αποφάσισα από την αρχή να το κάνω."
"Mε τη Δασκάλα του πιάνου ανακάλυψα ένα νέον τρόπο με τον οποίο μπορώ να εξωτερικεύσω το νεφέλωμα ενός ρόλου. Περιελάμβανε όλα σχεδόν τα περιθώρια στα οποία μπορεί να κινηθεί μια ηθοποιός."