Mακριά / Uzak
 |
Σκηνοθεσία-Σενάριο-Φωτογραφία: Nουρί Mπιλγκέ Σεϊλάν. Mοντάζ: Aϊχάν Eργκιουζέλ,
Nουρί Mπιλγκέ Σεϊλάν. Hθοποιοί: Mουζαφέρ Oζντεμίρ, Mεχμέτ Eμίν Tοπράκ,
Zουχάλ Γκενσέρ Eρκαγιά, Nαζάν Kιριλμίς, Φεριντούν Kοτς. Διάρεια: 110'
|
Xρονικό μιας συγκατοίκησης είναι εκ πρώτης όψεως αυτή η βραβευμένη στις Κάννες
ταινία από την Τουρκία. Ο Yusuf έχει μόλις φθάσει στην Κωνσταντινούπολη, προερχόμενος
από την επαρχία. Το εργοστάσιο όπου δούλευε έκλεισε και απολυμένος αναζητά την
τύχη του στην μεγάλη πόλη. Βρίσκει κατάλυμα στο σπίτι ενός συγγενή του, του Mahmut,
ενός φωτογράφου που ζει μόνος του. Στην αρχή η συγκατοίκηση τους μοιάζει ανέφελη:
ο Yusuf περιφέρεται στο λιμάνι αναζητώντας εργασία στα πλοία, ο Mahmut συνεχίζει,
με λίγες προσαρμογές λόγω του φιλοξενουμένου, την ζωή του. Ο Yusuf συχνά περιπλανάται
άσκοπα στην πόλη, ενώ ταξιδεύουν μαζί στην Ανατολία για να βγάλει ο Mahmut φωτογραφίες.
Όμως γρήγορα η μεταξύ τους σχέση θα γνωρίσει τα πρώτα δείγματα φθοράς. Ο Mahmut
θα επιτεθεί στον φιλοξενούμενο του κατηγορώντας τον ότι δεν ενδιαφέρεται σοβαρά
να βρει εργασία του. Ο Yusuf, προσβεβλημένος από την απαξιωτική επίθεση του Mahmut,
θα φύγει από το σπίτι.
Τρίτη ταινία του γνωστού μας από προηγούμενα φεστιβάλ Nuri Bilge Ceylan, η ταινία
είναι μια περιπλάνηση, υπό το φως του κρύου ήλιου του χειμώνα, στις οδούς της
μοναξιάς και της αποξένωσης. Η απουσία επικοινωνίας, οι κατεστραμμένες σχέσεις
που ρίχνουν βαριά την σκιά τους, η μοναξιά, η αποξένωση, η μελαγχολία της ύπαρξης,
τα συναισθήματα που δεν μπορούν να εκφραστούν, η δύσκολη (συναισθηματική) ζωή:
όλα αυτά ορίζουν τον πυρήνα της πλοκής. Η δραματική πλοκή οργανώνεται με κέντρο
δύο πόλους: το μέσα Π το σπίτι (μια φυλακή ή ένα προστατευόμενο κουβούκλιο) και
το έξω (η υπεροχή χιονισμένη Κωνσταντινούπολη). Ο Yusuf είναι ένας τυπικός μπωντλερικός "flaneur",
περιφερόμενος άσκοπα στην πόλη συνειδητοποιεί την μηδαμινότητα της παρουσίας
του: δεν υπάρχει κάποιο πρόσωπο -άνδρας ή γυναίκα- για να του επιστρέψει το βλέμμα
του. Ο παρείσακτος, που εισβάλλει στο οργανωμένο και τακτοποιημένο περιβάλλον,
Yusuf, είναι ουσιαστικά ένας προβοκάτορας: βυθίζει τον ήρωα (και μαζί του και
τον θεατή), στην περίπτωση μας τον Mahmut, σε μια μελαγχολική ενατένιση της ύπαρξης,
τον φέρνει αντιμέτωπο με την κενότητα της αστικής ζωής. Οι ήχοι του περιβάλλοντος,
υπερτονισμένοι, υπογραμμίζουν διαρκώς την καθοριστική επίδραση του αστικού περιβάλλοντος
πάνω στα δύο πρόσωπα.
H ταινία κέρδισε το Mέγα Bραβείο της Kριτικής Eπιτροπής στο Φεστιβάλ Kανών 2003,
ενώ οι δύο πρωταγωνιστές της κέρδισαν εξ ημισείας το Bραβείο Kαλύτερης Aνδρικής
Eρμηνείας.
Eγώ δε φοβάμαι / Io non ho paura
 |
Σκηνοθεσία: Γκαμπριέλε Σαλβατόρες. Πρωταγωνιστούν: Tζιουζέπε Kριστιάνο, Mατία
Nτι Πιέρο, Aϊτάνα Σάντσεζ Γκιχόν, Nτιέγκο Aμπανταντουόνο. Διάρκεια: 108' |
Mια σκοτεινή και γεμάτη απροσδόκητες εντάσεις, εκδοχή της παιδικής ηλικίας παρουσιάζει
στην τελευταία του ταινία ο βραβευμένος με Όσκαρ Gabriele Salvatores (Mediterraneo).
1978. Νότια Ιταλία. Apulia. Χωράφια με καλαμπόκι. Ένας μικρός οικισμός. Ο λαμπερός
ήλιος έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την κρυφή πραγματικότητα. Ένας 9χρόνος ο
Michele, καθώς περιπλανιέται ανακαλύπτει μια καμουφλαρισμένη κρύπτη. Έγκλειστο
μέσα σΥ αυτή είναι ένα αγόρι, ο μισότυφλος Filippo. Χωρίς να μιλήσει σε κανένα
για τη παράξενη ανακάλυψη του ο ήρωας θα επιστρέψει. Μια παράξενη σχέση μεταξύ
των δυο αγοριών θα αναπτυχθεί. ΠαρΥ όλες τις αρχικές του επιφυλάξεις ο Michele
θα ξεπεράσει τους δισταγμούς και τους φόβους του και θα αρχίσει να φέρνει φαγητό
στο φυλακισμένο παιδί. Γρήγορα ο Michele θα αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι κάτι
παράξενο συμβαίνει στον οικογενειακό του περίγυρο. Βασισμένο στο μυθιστόρημα
του Niccolo Ammaniti -ένας από τους σημαντικούς σύγχρονους μυθιστοριογράφους
της ιταλικής λογοτεχνίας- ο σκηνοθέτης θα δημιουργήσει ένα θρίλερ που παρόλο
τον ηλιόλουστο περίγυρο του διαδραματίζεται μέσα στο σκοτεινό σύμπαν της παιδικής
ηλικίας. Δημιουργώντας μια οξεία αντίθεση ανάμεσα στην έντονη ηλιοφάνεια του
τοπίου και στο έρεβος και το σκότος που επικρατεί στις ψυχές των παιδιών, ο σκηνοθέτης
παρακολουθεί τις απρόοπτες διαδρομές στις οποίες μπορεί να εκτραπεί η παιδική
ηλικία.
Με φόντο ένα πρόβλημα που ταλάνισε μέχρι πρόσφατα την Ιταλία -τις απαγωγές για
λόγους χρημάτων- η ταινία επικεντρώνεται στις εντάσεις, όπως αυτές εσωτερικεύονται
από ένα παιδί που δεν είναι το θύμα αλλά ο παρατηρητής. Αδύναμος λόγω ηλικίας
να κατανοήσει τα πράγματα στις πραγματικές του διαστάσεις, ο μικρός ήρωας στη
διάρκεια της αφήγησης θα κάνει ορισμένες πολύ οδυνηρές παρατηρήσεις για τον κόσμο
που τον περιβάλλει. Η γνώση που θα κατακτήσει είναι επώδυνη και εντέλει τραυματική:
είναι η βίαιη ενηλικίωση με την οποία έρχεται αντιμέτωπος ο Michele. Η παιδική
αθωότητα του θα σκιαστεί καθώς θα ανακαλύπτει σιγά -σιγά την αλήθεια. Η ταινία
προβλήθηκε στο φεστιβάλ Βερολίνου (2003).
Το Τρίο της Μπελβίλ / Les Triplettes De Belleville
 |
Σενάριο, Σκηνοθεσία, Storyboard & Γραφιστική: Σιλβέν Σομέ. Διεύθυνση
Φωτογραφίας: Άιρα Μόργκαν. Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Ευγενί Τομόφ. Μουσική:
Μπενουά Σαρέστ. Διάρκεια: 78' |
Mε βάση τη γαλλική παράδοση στη δημιουργία εφευρετικών κόμικς, το Les Triplettes
De Belleville συνδυάζει παραδοσιακό με ψηφιακό animation για να διηγηθεί την
ιστορία ενός εκκεντρικού τραγουδιστικού τρίο και τη συνάντησή του με ένα αγόρι
που θέλει να κερδίσει στο Γύρο της Γαλλίας.
Εντυπωσίασε στο τελευταίο Φεστιβάλ των Κανών για την ιδιόμορφη αισθητική του,
το καυστικό του χιούμορ και την ευαισθησία του.
Υιοθετημένος από τη γιαγιά του, Μαντάμ Σόουζα, ο Σαμπιόν είναι ένα μοναχικό αγόρι
με μοναδικό πάθος το ποδήλατο. Παρατηρώντας την κλίση του εγγονού της, η Μαντάμ
Σόουζα τον παροτρύνει να προπονηθεί σκληρά. Τα χρόνια περνάνε και ο Σαμπιόν (πρωταθλητής)
γίνεται αντάξιος του ονόματος του. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του
στον ποδηλατικό Γύρο της Γαλλίας, δύο μυστηριώδεις άνδρες ντυμένοι στα μαύρα
τον απαγάγουν. Η Μαντάμ Σόουζα και ο πιστός της σκύλος Μπρούνο ξεκινάνε ένα ταξίδι
διάσωσης του Σαμπιόν, όπου μεταξύ άλλων θα συναντήσουν τρεις εκκεντρικές σταρ
των music halls του Υ30 και θα έρθουν αντιμέτωποι με τη γαλλική μαφία.
Xιροσίμα αγάπη μου / Hiroshima mon amour
 |
Σκηνοθεσία: Aλέν Pενέ. Σενάριο: Mαργκερίτ Nτιράς.
Φωτογραφία: Mίτσιο Tακαχάσι, Σασά Bιερνί. Hθοποιοί: Eμανουέλ Pίβα,
Έιτζι Oκάντα. Διάρκεια: 91' |
Mια γαλλίδα ηθοποιός βρίσκεται για μερικές μέρες στην ανοικοδομημένη Xιροσίμα
για να πάρει μέρος σΥ ένα φιλμ ειρηνιστικού περιεχομένου. Eκεί θα γνωρίσει έναν
γιαπωνέζο αρχιτέκτονα και θα ζήσει για 24 ώρες έναν τρελό έρωτα μαζί του. Για
την ηρωίδα του Resnais ο έρωτας είναι ενιαίος και αδιαίρετος. H νέα σχέση που
ταράζει τη ζωή της, ανακαλεί εικόνες από την ερωτική ιστορία της μΥ έναν γερμανό
στρατιώτη στη διάρκεια του BΥ Παγκοσμίου Πολέμου, στην πόλη Nεβέρ. Tο παρελθόν
της ηρωίδας συναντάει το παρελθόν της Xιροσίμα: η πόλη βιώνει το τραύμα του πυρηνικού
ολέθρου, η ηρωίδα κουβαλάει την τραυματική εμπειρία ενός έρωτα που διακόπηκε
βίαια στο παρελθόν. H Xιροσίμα αγάπη μου, βασισμένη σΥ ένα ποιητικό σενάριο της
Mαργκερίτ Nτυράς, είναι μια ταινία σταθμός στην ιστορία του κινηματογράφου: ο
Alain Resnais αντιπαραθέτει με ανησυχαστικό τρόπο το παρόν και το παρελθόν, ανατρέποντας
εντελώς την έννοια του παραδοσιακού αφηγηματικού χρόνου. Mέσα από την ερωτική
επικοινωνία δύο άγνωστων ανθρώπων Πστην ταινία δεν αναφέρονται τα ονόματά τουςΠ,
όπου η λέξη-κλειδί είναι «θυμάμαι», η ταινία καταγράφει τον αγώνα της μνήμης
ενάντια στη λήθη. Mέσα από την εκπληκτική χρήση του υποκειμενικού flash back,
που ανασύρει ολοζώντανη την τραυματική ανάμνηση του Nεβέρ και του travelling
που μοιάζει να διασχίζει όχι μόνο το χώρο αλλά και το χρόνο της ιστορίας, ο Resnais
διαπλέκει έξοχα την ατομική και τη συλλογική μνήμη, την ιστορική αλήθεια του
ντοκουμέντου με την υπαρξιακή αναζήτηση των ηρώων. Eίναι ακριβώς η ανάκληση της
ανάμνησης που αποτελεί το δραματικό άξονα αυτής της ταινίας, που αγγίζει τα όρια
του φιλοσοφικού δοκίμιου γύρω από την αναγκαιότητα της μνήμης.
Eλέφαντας / Elephant
 |
Σκηνοθεσία-Σενάριο: Γκας Βαν Σαντ. Φωτογραφία: Xάρυ Σαβίδης. Mοντάζ: Γκας
Bαν Σαντ. Ηθοποιοί: Άλεξ Φροστ, Έρικ Ντόιλεν, Τζων Ρόμπινσον, Τζόρνταν
Τέιλορ. Διάρκεια: 81'
Xρυσός Φοίνικας και Bραβείο Kαλύτερης Tαινίας στο Φεστιβάλ Kανών 2003 |
H ταινία εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια μιας συνηθισμένης σχολικής μέρας μέσα
σΥ ένα αμερικανικό γυμνάσιο-λύκειο, γεμάτο μαθήματα, ράγκμπι, κουτσομπολιά και
κοινωνικές συναναστροφές. Για κάθε μαθητή ή μαθήτρια που θα συναντήσουμε, το
σχολείο είναι μια διαφορετική εμπειρία: ενδιαφέρουσα, ευχάριστη, τραυματική,
μοναχική, δύσκολη.
Όσοι ακόμη ανατριχιάζουν στη θύμηση του ντοκυμαντέρ του Μάικλ Μουρ Ακύρηχτος
Πόλεμος, ας μη σπεύσουν να κάνουν συσχετισμούς με τον Ελέφαντα. Ο Γκας Βαν Σαντ
μπορεί να έχει θέσει ως κεντρικό θεματικό άξονα της τελευταίας ταινίας τη σφαγή
στο Κολουμπάιν, αλλά δεν έχει ντοκυμαντερίστικη λογική. Παραδίδει μια ταινία
μυθοπλασίας για τις τελευταίες ώρες ενός σχολείου που δεν κατονομάζεται και τη
διαμόρφωση του ψυχισμού των μαθητών της λίγο πριν το μοιραίο ξέσπασμα της βίας.Υπάρχουν
δύο διαφορετικές ερμηνείες για τον τίτλο: Ο ίδιος ο σκηνοθέτης υποστηρίζει πως
τον εμπνεύστηκε από την ιστορία με τους τρεις τυφλούς που αγγίζουν έναν ελέφαντα
σε διαφορετικά σημεία του σώματός του και δεν μπορούν να προσδιορίσουν τι πλάσμα
είναι. Το κοινό παραπέμπεται στην παροιμία για τον ελέφαντα που βρίσκεται σε
ένα δωμάτιο αλλά όλοι συμπεριφέρονται σαν να μην υπάρχει, τηρώντας σιγήν ιχθύος.
Και στις δυο περιπτώσεις υπονοείται η ανικανότητα της Αμερικανικής κοινωνίας
να δει τη βίαιη πραγματικότητα και να βρεθεί προ των ευθυνών της.
ΑφΥ ης στιγμής η ταινία διαπραγματεύται ένα γεγονός με τέτοια κοινωνική βαρύτητα,
φαινομενικά ανεβάζει τον πήχυ της ποιότητας της. Η ποιότητά της ωστόσο κρύβεται
αλλού: Στην τόλμη της να πάρει θέση και να καταγγείλει δομές και λειτουργίες
μιας κοινωνίας, εικονίζοντας χωρίς καμία διακριτικότητα αλλά τουναντίον, με υπερβολή,
τα στερεότυπά της, τους κώδικες επικοινωνίας της, την ιδεολογία που στηρίζει
τις πράξεις της- ανεξάρτητα με το αν συμφωνεί κανείς με τη μάλλον πρωτόλεια ερμηνεία
που δίνει ο Βαν Σαντ. ΓιΥ αυτό και ο Χρυσός Φοίνικας που απέσπασε στις Kάνες
δεν ερμηνεύεται αναγκαία ως μια politically correct χειρονομία. Αλλά ίσως ως
μία διαπίστωση πως ένα σεβαστό ποσοστό της ανθρώπινης κοινωνίας προτιμά προς
το παρόν να θυμάται την ιστορία της και να κάνει μια αυτο- ανατομία, παρά να
περνά σε δραστικές λύσεις τύπου Dogville.