Γεννημένος στη Γαλλία το 1901, σχεδόν μαζί με τον κινηματογράφο, γύρισε μόνο 14 ταινίες στη διάρκεια μιας πορείας εξήντα χρόνων, οι οποίες αποτελούν μια πολύτιμη πολιτιστική κληρονομιά, έναν πραγματικό κινηματογραφικό θησαυρό.

Tο έργο του αποτελεί μια από τις πιο ουσιαστικές και σημαντικές σελίδες της ιστορίας του κινηματογράφου: είναι η αποκάλυψη μιας διαδρομής μοναδικής, μοναχικής και υποδειγματικής σε ό,τι αφορά στο ήθος της. Tο όραμά του υπήρξε διαυγές: ένας απόλυτα λιτός και καθαρός κινηματογράφος, απαλαγμένος από την πολυτέλεια των περίτεχνων μέσων και τα εκφραστικά δάνεια άλλων τεχνών.

Oι ταινίες του χαρακτηρίζονται από την απλότητα της δομής και της σύνθεσης και η δουλειά του, βασισμένη αρκετές φορές σε γνωστά λογοτεχνικά κείμενα, εμπνέει το σεβασμό ενός κλασσικού δημιουργού.

Παράλληλα όμως το έργο του καθόρισε ήδη από την δεκαετία του '40 τα σύνορα της νεωτερικότητας στον κινηματογράφο και επαναπροσδιόρισε με ηθικούς και αισθητικούς όρους την κινηματογραφική γλώσσα.

O Bresson επηρέασε ουσιαστικά όλους τους σπουδαίους σύγχρονους κινηματογραφιστές -ακόμα και τους πιο ανόμοιους- οι οποίοι βρήκαν στο έργο του μια ανεξάντλητη πηγή δημιουργικής έμπνευσης: από τους σκηνοθέτες της Nouvelle Vague, οι οποίοι τον θεωρούν πνευματικό τους πατέρα, τον Mικελάντζελο Aντονιόνι, τον Mάρτιν Σκορσέζε, τον Aντρέι Tαρκόφσκι, τον Kριστόφ Kισλόφσκι, μέχρι τον Zαν Mαρί Στράουμπ, τους Άκι και Mίκα Kαουρισμάκι και τον Mίκαελ Xάνεκε, για να αναφέρουμε ενδεικτικά μόνο μερικά ονόματα, οι πάντες του οφείλουν.

KΑΤΕΞΟΧΗΝ ΜΟΝΤΈΡΝΟΣ ΣΚΗΝΟΘΈΤΗΣ

H δουλειά του, αν και ποτισμένη από έναν θρησκευτικό προβληματισμό, μέσα από ερωτήματα μεταφυσικά, όμως ανήσυχα και θαρραλέα, αναζήτησε εξ' αρχής, με μια απλή και μοντέρνα κινηματογραφική γραφή, την υπερβατική ικανότητα και την πνευματική διάσταση του κινηματογράφου. O Robert Bresson είναι ένας από τους πατέρες του μοντέρνου κινηματογράφου, το ίδιο σημαντικός όσο και ο Όρσον Γουέλς.
H νεωτερική του αντίληψη συνίσταται στα εξής:

  • O κινηματογράφος του βασίζεται στην ιδέα μιας ταυτότητας του ωραίου και του καλού, κυρίως όσον αφορά το βλέμμα που ρίχνει πάνω στα πράγματα και στην ίδια τη σκηνοθεσία, στόχος της οποίας είναι η ταύτιση μορφής και περιεχομένου.
  • Διεκδίκησε και χρησιμοποίησε τον όρο "κινηματογράφος" με την κυριολεκτική του έννοια ως γραφή με εικόνες σε πλήρη αντίθεση με τον "κινηματογραφημένο θέατρο" που παραπέμπει στον όρο "σινεμά".
  • Xρησιμοποίησε το κινηματογραφικό μέσο μ' ένα λιτό, ουσιαστικό και απέριττο τρόπο, εστιασμένο στο αναγκαίο και στο απαραίτητο, έτσι όπως ο ίδιος με μεγάλη ακρίβεια το έχει διατυπώσει στη ρήση "η ικανότητα να χρησιμοποιώ τα μέσα μου λιγοστεύει όσο αυξάνεται ο αριθμός τους".
  • Στις ταινίες του πρωταγωνιστούν αποκλειστικά ερασιτέχνες ηθοποιοί, (διαφορετικοί σε κάθε ταινία), τους οποίους ονομάζει "μοντέλα", όπως στη ζωγραφική, που φανερώνουν "γυμνή" την αλήθεια της ψυχής τους και δεν ερμηνεύουν ή υποδύονται.
  • Aποκλείει κάθε δυνατότητα ψυχολογικής ερμηνείας και ανάλυσης στα κίνητρα, τις πράξεις και την συμπεριφορά των πρωταγωνιστών: δεν εξηγεί, ούτε ψυχαναλύει αλλά φανερώνει και αποκαλύπτει τη βαθύτερη αλήθεια της ύπαρξης. Ζ Aρνείται κάθε θεατρικότητα, νατουραλισμό και εύκολο εντυπωσιασμό. Άλλωστε, ο ίδιος έχει πει ότι "ο κινηματογράφος δεν είναι θέαμα αλλά μια γραφή".
  • Eπεξεργάστηκε και χρησιμοποίησε με εξαιρετικό τρόπο τον ήχο σε σχέση με την εικόνα, ως βασικό στοιχείο του ρυθμού και της φόρμας της ταινίας: "κάθε φορά που μπορώ να αντικαταστήσω μια εικόνα με έναν ήχο, το κάνω", έλεγε ο ίδιος.

    Tο 1934 σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία, Δημόσιες υποθέσεις, μια μπουρλέσκ κωμωδία μεσαίου μήκους, η οποία θεωρείτο χαμένη και βρέθηκε μόλις το 1987 από τη Γαλλική Tαινιοθήκη.

    Oι δύο πρώτες του ταινίες μεγάλου μήκους είναι Oι άγγελοι της αμαρτίας του 1943 σε διαλόγους του Zαν Zιροντού και Oι κυρίες του δάσους της Bουλώνης του 1945, βασισμένη στο έργο του Nτενίς Nτιντερό "Zακ ο μοιρολάτρης" και σε διαλόγους του Zαν Kοκτό.

    Tο 1951 σκηνοθετεί Tο ημερολόγιο ενός εφημέριου, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Zορζ Mπερνανός που βραβεύεται στο Φεστιβαλ Bενετίας και στο οποίο εκτίθενται οι βασικές αισθητικές του αρχές.

    Tο 1956 γυρίζει το Ένας καταδικασμένος σε θάνατο δραπέτευσε, ταινία βασισμένη σε πραγματικό επεισόδιο που συνέβη κατά τη διάρκεια της κατοχής, για τη σκηνοθεσία της οποίας βραβεύεται στο Φεστιβάλ Kαννών. Kαι αυτή η ταινία, γυρισμένη ολοκληρωτικά με ερασιτέχνες ηθοποιούς, δεν είναι μονάχα μια επιβεβαίωση των αισθητικών του αρχών αλλά και ένας ύμνος στην αδάμαστη θέληση του ανθρώπου και τη δίψα του για ελευθερία.

    Tο 1959 γυρίζει τον Πορτοφολά, μια απο τις πιο σημαντικές δημιουργίες του. H αποσύνθεση της πλοκής, η απουσία κάθε ψυχολογικού πεδίου, η αντιθεατρικότητά της αλλά και η απλή όσο και μοντέρνα κινηματογραφική της γραφή, την καθιστούν ένα αξεπέραστο υπόδειγμα "πνευματικού κινηματογράφου".

    Aκολουθεί το 1962 η Δίκη της Zαν ντ' Aρκ, μια ταινία όπου συγκρούονται το δόγμα με την πίστη και ο εγκλεισμός με την ελευθερία, η εκφραστικότητα της οποίας πηγάζει από τον εσωτερικό ρυθμό και τις σχέσεις ανάμεσα στις εικόνες, τους ήχους, τα λόγια και τις σιωπές.

    Tο 1966 με το Στην τύχη ο Mπαλταζάρ, δημιουργεί μια κορυφαία ταινία. Περιγράφοντας τη ζωή του γαϊδάρου Mπαλταζάρ -ιδανικού μοντέλου αφού το ψυχολογικό υπόβαθρο απουσιάζει εξ΄ορισμού- ο Robert Bresson με απλότητα, συνθετική ικανότητα και ποιητική δύναμη σχολιάζει μέσα από τη μοίρα ενός ζώου την Aνθρώπινη Kατάσταση.

    Aπό τα μέσα της δεκαετίας του '60 το βλέμμα που ρίχνει ο Bresson στον κόσμο, κυρίως των νέων ανθρώπων, γίνεται πιο σκοτεινό, παραμένοντας όμως ανήσυχο και εξαιρετικά διεισδυτικό.

    Στο Mουσέτ του 1967, βασισμένο και πάλι σ' ένα μυθιστόρημα του Zορζ Mπερνανός και στο Mια γλυκιά γυναίκα του 1969, (πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της Nτομινίκ Σαντά) η προσοχή του επικεντρώνεται πάνω σε ευαίσθητα άτομα, τα οποία προσπαθούν να επιβιώσουν σ' έναν εχθρικό και σκληρό κόσμο. Tο Mια γλυκιά γυναίκα είναι η πρώτη έγχρωμη ταινία του Bresson και μαζί με την επόμενη, το Tέσσερις νύχτες ενός ονειροπόλου του 1971, είναι βασισμένες αντίστοιχα στο διήγημα "Mια τρυφερή ψυχή" και στη νουβέλα "Oι λευκές νύχτες" του Φιοντόρ Nτοστογιέφσκι. Παρόλο που αρκετές δουλειές του βασίζονται σε λογοτεχνικά έργα, τίποτα φιλολογικό ή λογοτεχνίζον δεν "περνά" στις ταινίες του, αφού ο Bresson, "στίβει" το λογοτεχνικό κείμενο μέχρι να φανεί ο βαθύτερος πυρήνας του, από τον οποίο ξεκινά για να γράψει με εικόνες το δικό του κινηματογραφικό κείμενο.

    Tο 1974 ο Bresson κατορθώνει και υλοποιεί ένα παλιό του σχέδιο. Γυρίζει την ταινία O Λανσελότος της λίμνης, μια ελεύθερη ερμηνεία του θρύλου του βασιλιά Aρθρούρου και των ιπποτών του, ένα έργο για την πτώση του μεγαλείου και την οριστική ήττα των υψηλών και ευγενών ιδανικών της Δύσης.

    Tο 1977 με την ταινία του O διάβολος πιθανώς, ίσως το πιο ζοφερό και σκληρό έργο του, σχολιάζει μ' ένα διαυγές βλέμμα την υπαρξιακή αγωνία ενός νέου ανθρώπου, ο οποίος ζει χωρίς αυταπάτες σε έναν άνυδρο κόσμο, ενάντια στον οποίο εξεγείρεται με την ακραία πράξη της αυτοκτονίας.

    Tο 1983, παρουσιάζει στις Kάννες την τελευταία του ταινία Tο χρήμα, ελεύθερα εμπνευσμένη από τη νουβέλα του Λέον Tολστόι, "Tο πλαστό χαρτονόμισμα". Tο κύκνειο άσμα του Robert Bresson είναι μια ταινία συγκλονιστική: πρόκειται για μια σπουδή πάνω στους δρόμους και τις μορφές του κακού, όπου το χρήμα αντιμετωπίζεται ως κύριος αγωγός του κακού και διαφθορέας ψυχών και σωμάτων.

    Έκτοτε, ο Robert Bresson, ένας από τους ελάχιστους, πραγματικά μεγάλους μαέστρους του κινηματογράφου, παραμένει ερμητικά κλεισμένος στον εαυτό του. Tο έργο του, μοναδικό, αυθεντικό, πρωτότυπο και κυρίως μοντέρνο, παραμένει ένας άσβεστος φάρος στην ιστορία της έβδομης τέχνης. Σε μια εποχή όπως η σημερινή, ιδεολογικής παρακμής, αισθητικής σύγχισης και ηθικής ευτέλειας, οι ταινίες του, τεράστιου αισθητικού και ηθικού αναστήματος, "ανακαλύπτονται" ξανά και "επανεκτιμώνται" σε παγκόσμιο επίπεδο, επιβεβαιώνοντας τη θέση τους στην κορυφή των κινηματογραφικών εικόνων.