 |
 |
LA DAME D' ONZE HEURES
(Η γυναίκα της ενδέκατης ώρας)
Eπιλεγμένη από τον Bertrand Tavernier
|
|
Bertrand Tavernier
Γεννήθηκε το 1941 στη Λυών. Εγκατέλειψε τις σπουδές του στη Νομική για να γίνει κριτικός κινηματογράφου και συνεργάτης κινηματογραφικών περιοδικών ("Positif", "Cahiers du Cinema"). Tο μνημειώδες βιβλίο του 50 χρόνια αμερικανικού κινηματογράφου αποτελεί αναπόφευκτη αναφορά για τους μελετητές και τους σινεφίλ. Η πρώτη του ταινία L' horloger de Saint Paul βασισμένη σε βιβλίο του George Simenon και με πρωταγωνιστή τον Philippe Noiret τον καθιέρωσε αμέσως. Μέχρι σήμερα έχει σκηνοθετήσει 22 ταινίες μεγάλου μήκους (μυθοπλασίες και ντοκιμαντέρ) για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση και βραβεύτηκε με τη Xρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Bερολίνου, το 1995, για την ταινία του L' Appat. Φλογερός υπερασπιστής των δικαιωμάτων των κινηματογραφιστών να ορίζουν το έργο τους, ο Bertrand Tavernier έχει ταχθεί επίσης υπέρ του αγώνα των παράνομων μεταναστών.
Φιλμογραφία
L' horloger de St. Paul (1973), Que la fete commence (Kαι η γιορτή αρχίζει, 1975), Le juge et l' assassin (O ανακριτής και ο δολοφόνος, 1976), Des enfants gates (1977), La mort en direct (Προμελετημένη δολοφονία, 1979), Une semaine de vacances (1980), Coup de torchon (Tο ξεκαθάρισμα, 1981), Philippe Soupault (ντοκ., 1982), Mississippi Blues (ντοκ., 1983), Un dimanche a la campagne (Mια Kυριακή στην εξοχή, 1984), Round Midnight (Mεσάνυχτα και κάτι, 1986), La passion Beatrice (1987), Lyon, regard interieur (1988), La vie et rien d' autre (H ζωή και τίποτε άλλο, 1989), Daddy nostalgie (Γλυκειά νοσταλγία, 1990), La guerre sans nom (ντοκ., 1991), L. 627 (Nόμος 627, 1991), La fille de D' Artagnan (1994), L' Appat (Tο δόλωμα, 1995), Capitaine Conan (Λοχαγός Kονάν: το πρόσωπο του πολέμου, 1996), De l' autre cote du periph' (ντοκ., 1997), ²a commence aujourd'hui (1999)
|
"Σε αυτή την εξαιρετική πρώτη του ταινία, ο Jean Devaivre εναλλάσσει το φανταστικό στοιχείο με την αστυνομική κομεντί, παρεμβάλλοντας σκηνές σε στιλ φιλμ νουάρ, θαυμάσια φωτογραφημένες με ονειρικά και νεορεαλιστικά πλάνα. Δεν διστάζει να αλλάξει σκηνοθετική άποψη στη μέση μιας σκηνής και να βάλει χαρακτήρες να απευθύνονται ξαφνικά στην κάμερα. Aντιπαραθέτει επίσης την εικόνα με τη μουσική του θαυμάσιου συνθέτη Joseph Kosma. Η εναρκτήρια σκηνή έχει περάσει στην κινηματογραφική ανθολογία, αφού ο σκηνοθέτης ενσωματώνει φαντασμαγορικές μαριονέτες σε μια απομίμηση κινηματογραφικού τρέιλερ. Οι διάλογοι του Jean-Paul Le Chanois είναι επίσης απολαυστικοί. Aριστοτεχνικές και οι ερμηνείες των Pierre Renoir, του Pierre Palau και κυρίως του Jean Tissier."
Bertrand Tavernier
|
Eικόνες που συναρπάζουν
Ο Jean Devaivre ασχολήθηκε με το συγκεκριμένο είδος ταινιών προσπαθώντας να βρει νέους τρόπους αφήγησης. Όπως ο Jean Faurez, είναι ένα από τα αγνοημένα ταλέντα του γαλλικού κινηματογράφου που επισκιάστηκε από άλλους γνωστότερους σκηνοθέτες. Με τη Γυναίκα της ενδέκατης ώρας υπογράφει μια συναρπαστική, έξυπνη και αστεία ταινία. Με πραγματική ευχαρίστηση αναμειγνύει διάφορα είδη, από το αστυνομικό θρίλερ ως τη ρομαντική κομεντί με σφήνες στο φανταστικό. Σαστισμένος από τις αλλαγές στην οπτική γωνία και τις επιδρομές των χαρακτήρων μπροστά στην κάμερα, ο θεατής μόλις που προλαβαίνει τη δράση: είναι ένα αίνιγμα που σε κρατάει σε διαρκή αγωνία.
Το έξυπνο, εφευρετικό και ευφάνταστο σενάριο του Le Chanois και η σπιρτόζικη σκηνοθεσία του Devaivre στοιχειοθετούν μια διασκέδαση υψηλής ποιότητας και μας κάνουν να δικαιολογήσουμε το θαυμασμό που έτρεφε ο Jean Cocteau για την ταινία ("οι εικόνες συναρπάζουν"). Mε το ξεκίνημά της -ένα είδος διαφημιστικού τρέιλερ- που αποτελεί ασύλληπτο δεξιοτέχνημα, αμέσως κορυφώνεται η αγωνία. Aκολουθούν πολλές εκπλήξεις, παρμένες θαρρείς από θαυμαστές ιστορίες: ανήσυχοι ταχυδακτυλουργοί, ανώνυμες κατάρες, φρενοκομεία και σκοτεινά οικογενειακά μυστικά. Πέρα από την τελική έκβαση του αινίγματος, τα στοιχεία που κυρίως γοητεύουν είναι η περίπλοκη εξέλιξη της ιστορίας και τα αφηγηματικά κόλπα του Jean Devaivre: ιδιαίτερα η πολύ τολμηρή για την εποχή της μετωπική συνομιλία των ηθοποιών με την κάμερα.
Δεν υπάρχει καμία αντιστοιχία με άλλες γαλλικές ταινίες της εποχής, γεγονός που εξηγεί την τότε επιτυχία της αλλά και την εξαφάνισή της μέσα στη λήθη.
Aurelien Ferenczi
|
|
|
 |
|