Ο ΔΡΑΚΟΣ
Eπιλεγμένη από τον Θόδωρο Aγγελόπουλο
Θόδωρος Αγγελόπουλος
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1936 και σπούδασε πρώτα νομικά και έπειτα κινηματογράφο στο IDHEC, στο Παρίσι. Από το 1964 έως το 1967 εργάστηκε ως κριτικός κινηματογράφου στην εφημερίδα "Δημοκρατική Αλλαγή" ενώ το 1968 σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία μικρού μήκους Η εκπομπή. Θεωρείται ο σημαντικότερος και πιο αναγνωρισμένος εκπρόσωπος του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Έχει κερδίσει πολυάριθμα βραβεία και διακρίσεις σε πολλά διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ. Το 1989 του απονεμήθηκε το βραβείο Felix για την καλύτερη ευρωπαϊκή ταινία με το Τοπίο στην ομίχλη. Το 1995 πήρε το Μεγάλο Βραβείο της Κριτικής Eπιτροπής στις Κάννες με το Βλέμμα του Οδυσσέα και το 1998 η ταινία του Μια αιωνιότητα και μια μέρα τιμήθηκε με τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Καννών.

Φιλμογραφία
Αναπαράσταση (1970), Μέρες του '36 (1972), O θίασος (1975), Οι κυνηγοί (1977), O Μεγαλέξανδρος (1980), Ταξίδι στα Κύθηρα (1984), O μελισσοκόμος (1986), Τοπίο στην ομίχλη (1988), Το μετέωρο βήμα του πελαργού (1991), Το βλέμμα του Οδυσσέα (1995), Μια αιωνιότητα και μια μέρα (1998)
"Ήταν το 1956, νομίζω, όταν πήγα να δω την πρώτη προβολή του Δράκου, σκαστός από το Πανεπιστήμιο. Η ταινία μόλις είχε βγει στις αίθουσες. Λίγοι θεατές, οι κριτικοί λίγο μουδιασμένοι έως και αρνητικοί. Για μένα όμως ήταν μια έκπληξη. Ξαφνικά έβλεπα μια ταινία η οποία ξέφευγε από τα τετριμμένα του ελληνικού κινηματογράφου της εποχής. Κρατούσε βέβαια τα μαθήματα του ιταλικού νεορεαλισμού, αλλά έτεινε προς μια κατεύθυνση που θα έλεγα ότι συναντά σχεδόν το Der Letzte Mann του Murnau (O τελευταίος άνθρωπος, 1924). Κάποιες εξπρεσιονιστικές διαφυγές, που στην Ελλάδα εκείνης της εποχής είχαν ονομαστεί "λαϊκός εξπρεσιονισμός", γιατί ενσωμάτωναν τη ζωγραφική και άλλες τέχνες, σε μια προσπάθεια αναζήτησης ενός ελληνικού στίγματος. Ήταν μια έκπληξη και νομίζω ότι με εντυπωσίασε. Ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που μου προκάλεσε το ενδιαφέρον. Χρόνια μετά την ξαναείδα. Κρατούσε ακόμα τη δροσιά της και αυτό που θα έλεγα μοναδικότητά της γιατί παραμένει, ακόμα και σήμερα, ένα από τα σημεία αναφοράς, μια από τις σημαντικές κατακτήσεις του ελληνικού κινηματογράφου μέχρι τις μέρες μας."
Θόδωρος Αγγελόπουλος
H αιώνια μοναξιά του Δράκου
Ο Δράκος κουβαλάει μια "αιώνια φήμη", όπως έχει και μια "αιώνια μοναξιά". Οι κατακτήσεις του, θεματικές, αισθητικές, κοινωνικές, λειτουργούν σαν ερινύες που σχεδόν όλοι προσπαθούν να παρακάμψουν. Στην εποχή του φορτώθηκε με την κατακραυγή των δογματικών όλων των πλευρών: η Αριστερά είδε στην ταινία την αποτρόπαια, για τα δικά της σχήματα, δύναμη του περιθωρίου, και προσπέρασε αυτή τη σκληρή, αληθινή οπτική για το βαθύτατο τραύμα μια χώρας που μόλις άρχιζε να φαντασιώνεται το "αμερικάνικο" όνειρό της, το ανελέητο κυνηγητό του εύκολου και γρήγορου πλούτου. Οι ήρωες του Δράκου δεν συγγενεύουν με τους "άγιους και τους μάρτυρες" της σχηματικότητας μιας πλευράς τραυματισμένης, που προσπαθούσε μέσα από τις συνταγές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού να συντηρήσει την αμυντική της ηθικολογία. Η Δεξιά, από την άλλη πλευρά, έκρινε τότε πάντα με το βάρβαρο και αλαζονικό κριτήριο των "κοινωνικών φρονημάτων". Εκεί άρχιζε και εκεί τελείωνε η παρέμβασή της στον πολιτισμό. Η νεορεαλιστική περίοδος του Κούνδουρου, που κορυφώνεται με το Δράκο, μοιάζει να συγγενεύει περισσότερο με τον Vittorio De Sica του ιταλικού νεορεαλισμού του Κλέφτη ποδηλάτων και του Θαύματος στο Μιλάνο. Πάντα υπάρχει, δηλαδή, μια ουμανιστικού τύπου τρυφερότητα που λειτουργεί ως καθαρτήριο στοιχείο. Αν όμως στον De Sica κυριαρχεί μια "Έξοδος" (με την αρχαιοελληνική σημασία), ένα τέλος που ανοίγει στην "αισιοδοξία" του καθολικισμού, στον Κούνδουρο η συντριβή των ανθρώπων αναδεικνύει το σκληρό και μη συμβιβάσιμο πρόσωπο της νεοελληνικής αλλοτριωτικής πορείας.
Γιώργος Μπράμος