Παρουσίαση του βιβλίου «Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας» του Δημοσθένη Ξιφιλίνου

24o ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ // 10-20/3/2022

 

Βιβλιοπαρουσίαση: Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας του Δημοσθένη Ξιφιλίνου

 

Η παρουσίαση του βιβλίου Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας του Δημοσθένη Ξιφιλίνου πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 12 Μαρτίου, στην αίθουσα Παύλος Ζάννας. Ομιλητές στην εκδήλωση, πέρα από τον συγγραφέα του βιβλίου, ήταν ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, Βασίλης Κεχαγιάς, και ο Χρήστος Μήτσης από το Αθηνόραμα. Αρχικά, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ, Ορέστης Ανδρεαδάκης, προλόγισε την εκδήλωση, συνεχάρη τον Δημοσθένη Ξιφιλίνο για το βιβλίο του και ευχαρίστησε τους τρεις ομιλητές για τη μακρόχρονη συνεργασία τους με το Φεστιβάλ. «Το βιβλίο αυτό είμαι σίγουρος πως θα βρει τον δρόμο του προς τη βιβλιοθήκη πολλών ανθρώπων, όπως τον βρήκε προς τη δική μου», ανέφερε χαρακτηριστικά, ολοκληρώνοντας την εναρκτήρια τοποθέτησή του.

 

Αμέσως μετά, ο Βασίλης Κεχαγιάς εξέφρασε τον ενθουσιασμό του για την έκδοση αυτή και συνεχάρη τον εκδότη του Ιανού, Νίκο Καρατζά. «Η έκδοση αυτή αποτελεί μια καταγραφή των 93 ταινιών που κέρδισαν το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας από την ίδρυση του θεσμού, το 1929, έως και το Nomadland του 2021. «Πρόκειται για την πιο εμπεριστατωμένη τοποθέτηση απέναντι στα Όσκαρ. Ο Δημοσθένης, εν μέσω πανδημίας, σαν μέρμηγκας συνέλεγε πληροφορίες. Η έκδοση αυτή είναι ένα μήνυμα ζωής για το κινηματογραφικό βιβλίο. Τα τελευταία χρόνια, ο χυλός του διαδικτύου καταστρέφει όχι μόνο την κινηματογραφική κριτική, αλλά έχει εξοβελίσει και τις εκδόσεις από το προσκήνιο», ανέφερε χαρακτηριστικά, πριν δώσει τον λόγο στον Δημοσθένη Ξιφιλίνο.

 

Ο κ. Ξιφιλίνος ανέφερε πως η έκδοση αυτή προέκυψε από τη διαπίστωση πως τα Όσκαρ έκαναν στροφή τον τελευταίο καιρό σε πιο ανεξάρτητες ταινίες. «Χρειάστηκε να επιβιώσουμε στην πανδημία, κι ένας τρόπος ήταν να στραφούμε στο σινεμά. Τα Όσκαρ, παρά τις αντιρρήσεις των κριτικών ανά τα χρόνια, παραμένουν τα δημοφιλέστερα, τα μεγαλύτερα και τα αρχαιότερα βραβεία. Στο παρελθόν, έχουν χαρακτηριστεί με τα καλύτερα αλλά και με τα χειρότερα λόγια από κριτικούς. Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Συχνά, βοηθούν τον μέσο θεατή να δει ωραίες ταινίες. Το αμερικανικό σινεμά στα καλά του, συνδυάζοντας ποιότητα και εμπορικότητα, ωθεί τον κόσμο πίσω στην αίθουσα», συμπλήρωσε.

 

Ένα επιπλέον κίνητρο για τον συγγραφέα ήταν και η απουσία σχετικής βιβλιογραφίας στην Ελλάδα επί του θέματος. «Κύριο θέμα δεν είναι η πληροφορία, όσο η ανάλυση του κάθε φιλμ. Οι ταινίες θεάθηκαν με τη χρονολογική τους σειρά, με σκοπό να υπάρχει μια παράλληλη σχετική μελέτη του ίδιου του θεσμού, του κινηματογράφου και της κοινωνίας. Με ενδιέφερε πώς οι Αμερικανοί παρακολουθούσαν την τελετή, αν ήταν επιφυλακτικοί απέναντι σε αυτήν. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το πώς τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος αποκρύπτονταν στις τελετές (βλέπε το ευρύτερο ψυχροπολεμικό κλίμα), καθώς οι υποψήφιες ταινίες δεν ανταποκρίνονταν στα γεγονότα. Στα τέλη του ’60 και στις αρχές του ’70, ωστόσο, οι ταινίες ανοίγουν διάλογο με την κοινωνία», κατέληξε, προτού δώσει τον λόγο στον Χρήστο Μήτση.

 

Ο κ. Μήτσης ευχαρίστησε το κοινό, αλλά και τον Δημοσθένη Ξιφιλίνο, συνεχάρη τον εκδότη του βιβλίου και εξέφρασε τον ενθουσιασμό του για την καλαίσθητη έκδοση. «Το συγκεκριμένο βιβλίο έχει πολλαπλή αξία, προσφέρει μια διεισδυτική ματιά σε μια κινηματογραφική διαδρομή διαρκείας σχεδόν ενός αιώνα. Αναφορικά με τα Όσκαρ, είναι εύκολο να παρεξηγηθούν και υπάρχει μια προκατάληψη απέναντί τους. Ήταν τα πρώτα ακαδημαϊκά βραβεία που θεσπίστηκαν και η Ευρώπη “απάντησε” με τα Φεστιβάλ: διακρίνουμε, λοιπόν, μια διαφορά νοοτροπίας στις δύο ηπείρους, η μεν ακαδημαϊκή, η δε φεστιβαλική. Τα Όσκαρ, ωστόσο, φαίνεται να αλλάζουν: προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στο παρελθόν και τη βιομηχανία του θεάματος, επιλέγοντας πλέον ταινίες διαφορετικού χαρακτήρα. Όλοι θέλουν, άλλωστε, λίγη από τη λάμψη του θεσμού».

 

«Πώς θα αντιμετωπίσει το σινεμά τις streaming πλατφόρμες;», αναρωτήθηκε ο Χρήστος Μήτσης. «Φαίνεται πως τα Όσκαρ επιχειρούν να διατηρήσουν μία λαϊκότητα στα βραβεία, με την πιθανή προσθήκη ενός Βραβείου Κοινού και την αφαίρεση των τεχνικών κατηγοριών από την τελετή. Ο Δημοσθένης, στο βιβλίο του, κρατά μία ψύχραιμη, κριτική στάση απέναντι σ’ αυτόν τον θεσμό, η οποία έλειπε από τη βιβλιογραφία. Δεν είναι διεκπεραιωτικός, αντιθέτως, περιγράφει υπομονετικά τις συνθήκες μέσα και έξω από την οθόνη. Εγώ προσωπικά διαφωνώ με αρκετά από αυτά που γράφει, αλλά αυτός ο διάλογος είναι σημαντικός, πρέπει να διαβάζουμε διαφορετικές απόψεις και να παρακολουθούμε διαφορετικές οπτικές», ανέλυσε χαρακτηριστικά. «Ο Δημοσθένης παρακολούθησε τα καλλιτεχνικά μοντέλα που δημιουργεί η ακαδημία για τον εαυτό της και την εξέλιξή τους μέσα στα χρόνια, γράφοντας ένα ενδιαφέρον και χρήσιμο βιβλίο. Οι πολλές πληροφορίες θα ήταν περιττές: αυτό είναι ένα καλό του διαδικτύου. Απελευθέρωσε τους κριτικούς από την ανάγκη να επικοινωνήσουν πληροφορίες, μας έλυσε τα χέρια. Εύχομαι το βιβλίο να γνωρίσει εμπορική επιτυχία», ολοκλήρωσε σχετικά.

 

Στη συνέχεια, τον λόγο πήρε ο κ. Κεχαγιάς, ο οποίος μίλησε για τη γλώσσα της κριτικής και τις απαιτήσεις της. «Δεν υπάρχουν κρίσεις για τον κριτικό, δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη διαδικασία για να χριστείς κριτικός. Υπάρχουν μονάχα ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές, όπως η ακριβοδικία και η δυνατότητά σου να στέκεσαι μακριά από οποιαδήποτε συναισθηματική εμπλοκή με την ταινία. Ένας κριτικός οφείλει επίσης να μην προδιατίθεται αρνητικά απέναντι σε οποιονδήποτε σκηνοθέτη και ηθοποιό, λόγω παλαιών επιτυχιών. Η βασική διαφορά ενός επαγγελματία και ενός ερασιτέχνη κριτικού είναι η παιδεία. Όπως λέει και η διάσημη ρήση του Βασίλη Ραφαηλίδη: τελικά, όποιος γνωρίζει μόνο από σινεμά δεν γνωρίζει ούτε σινεμά», υπογράμμισε.

 

Στη συνέχεια, επιστρέφοντας στα Όσκαρ, δήλωσε πως το βιβλίο του Δημοσθένη Ξιφιλίνου καταφέρνει να επαναξιολογήσει τα Όσκαρ. «Ακόμη και ο τελευταίος άνθρωπος στη γη, στο πιο απομακρυσμένο σημεία του πλανήτη, αν γνωρίζει κάτι για σινεμά, το γνωρίζει μέσω του Χόλιγουντ. Στη φάση της πανδημίας, πραγματοποιείται μία επαναξιολόγηση του μετά-κόσμου. Το κυριότερο καλλιτεχνικό προϊόν της Δύσης παραμένουν τα Όσκαρ, ενώ το πιο λαοφιλές καλλιτεχνικό είδος εξακολουθεί να είναι ο κινηματογράφος. Στις μεγάλες οσκαρικές ταινίες (όπως ο Τιτανικός) η κριτική είναι μάλλον περιττή. Ο Ορέστης Ανδρεαδάκης, σε μια τότε κριτική του, δεν έβαλε αστεράκια, αλλά θαυμαστικό. Διότι αυτή η ταινία, συνολικά, μονάχα έτσι μπορεί να περιγραφεί. Αντιστοίχως, ο Νονός, μια ταινία που αποτελεί σταθμό και άλλαξε την πορεία του κινηματογράφου, είναι επίσης παιδί του Χόλιγουντ», κατέληξε σχετικά.

 

Κατόπιν, ο Βασίλης Κεχαγιάς ρώτησε τον Δημοσθένη Ξιφιλίνο πώς ξεκίνησε η σχέση του με το σινεμά και την κριτική. «Με την ασταμάτητη ανάγνωση για τον κινηματογράφο, κυρίως κειμένων του Βασίλη Ραφαηλίδη και του Αλέξη Δερμετζόγλου, οι κριτικές του οποίου, τη δεκαετία του ’80, ήταν ορόσημο. Ακόμη και σήμερα, βασικά, θεωρώ πως είναι κάτι ξεχωριστό και αξίζουν τον κόπο μελέτης. Κάποτε, έκανα κι εγώ το δειλό πρώτο βήμα προς την απέναντι πλευρά, από θεατής σε κριτικός, προσπαθώντας να διατηρήσω το βλέμμα ενός θεατή. Πιστεύω πως το κείμενο που παράγει ένας κριτικός δεν πρέπει να είναι κάτι έξω από αυτό που ενδιαφέρει τον μέσο θεατή: όλοι από αυτόν τον χώρο προκύψαμε εξάλλου. Πιστεύω πως η κριτική είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητη στην εποχή μας», απάντησε σχετικά.