Ο Αλεξάντερ Πέιν παρουσίασε τη νέα του ταινία, «Τα παιδιά του χειμώνα»

«Είστε έτοιμοι να δείτε ένα αριστούργημα;» Έτσι παρουσίασε Τα παιδιά του χειμώνα,  την τελευταία ταινία του Αλεξάντερ Πέιν ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Ορέστης Ανδρεαδάκης. «Αυτή δεν είναι ταινία: είναι ένας σαγηνευτικός ψίθυρος, μια λυτρωτική προσευχή» σημείωσε, καλώντας τον ελληνοαμερικανό σκηνοθέτη στη σκηνή.

Ο Αλεξάντερ Πέιν καλωσόρισε το κοινό στα ελληνικά. «Έχω τόσες αναμνήσεις από αυτό το Φεστιβάλ, ήδη από το 1996. Το Φεστιβάλ με υποστήριξε από την πρώτη στιγμή, από την πρώτη μου ταινία Πολίτης Ρουθ. Το ευχαριστώ από την καρδιά μου που βοήθησε την καριέρα μου να ξεκινήσει. Νομίζω πως έχω δείξει σχεδόν όλες μου τις ταινίες εδώ. Έχω έρθει εδώ και δύο φορές ως μέλος επιτροπής και ήταν και αυτό μία υπέροχη εμπειρία» σημείωσε. 

«Το 1996 πολλοί άνθρωποι ήταν εδώ, συνάντησα τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, τον υπέροχο ιρανό σκηνοθέτη Μοχσέν Μαχμαλμπάφ και πήγα για φαγητό με την Ιζαμπέλ Ιπέρ» πρόσθεσε. Στη συνέχεια ευχαρίστησε την εταιρεία διανομής Tanweer, καθώς και τη Focus, επαναλαμβάνοντας ότι είναι χαρά του που επιστρέφει στο αγαπημένο του Φεστιβάλ. Έκλεισε ευχαριστώντας την οικογένειά του και τους φίλους του που ήταν παρόντες στο Ολύμπιον. Ακολούθησε η προβολή της νέας ταινίας του Τα παιδιά του χειμώνα / The Holdovers.

Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Πολ Τζιαμάτι, ΝταΒάιν Τζόι Ράντολφ και Ντόμινικ Σέσα, σε σενάριο του Ντέιβιντ Χέμινγκσον. Η ταινία, ένα ταξίδι αυτογνωσίας, διανθισμένο με το τρυφερό άγγιγμα και το γνώριμο περιπαικτικό χιούμορ του Αλεξάντερ Πέιν, μας μεταφέρει σε ένα διακεκριμένο αμερικανικό οικοτροφείο, στη διάρκεια των χριστουγεννιάτικων διακοπών, τη δεκαετία του 1970. Ένας δύστροπος καθηγητής είναι αναγκασμένος να παραμείνει στο campus του οικοτροφείου, επιφορτισμένος με το καθήκον να προσέχει τους λίγους σπουδαστές, οι οποίοι θα περάσουν τις γιορτές ολομόναχοι, μακριά από τις οικογένειές τους. Σε αυτό το σκηνικό απομόνωσης, όπου το κρύο και το χιόνι καταπίνουν τα πάντα, ο καθηγητής θα αναπτύξει μια απίθανη σχέση με έναν απείθαρχο, αλλά συγχρόνως ιδιοφυή μαθητή, ο οποίος προέρχεται από ένα ασταθές οικογενειακό περιβάλλον, αλλά και με την αρχιμαγείρισσα του οικοτροφείου, η οποία θρηνεί για την απώλεια του γιου της στον πόλεμο του Βιετνάμ. Οι τρεις φαινομενικά αταίριαστοι χαρακτήρες, ο καθένας τους φορτωμένος με βαθιές πληγές, θα έρθουν κοντά. Αντλώντας υφολογικά και αισθητικά στοιχεία από το αμερικανικό σινεμά των 70s, o Αλεξάντερ Πέιν ξεδιπλώνει μια ιστορία συμφιλίωσης και συνύπαρξης, η οποία ισορροπεί υποδειγματικά ανάμεσα στο δράμα και στην κωμωδία, υπενθυμίζοντάς μας ότι η επαφή και η λύτρωση μπορούν να φυτρώσουν ακόμη και στο πιο άγονο έδαφος, τις πιο ανύποπτες στιγμές.

Μετά την προβολή ακολούθησε συζήτηση με το κοινό. 

Αναφερόμενος στον νεαρό πρωταγωνιστή, Ντόμινικ Σέσα, ο Αλεξάντερ Πέιν είπε πως δεν είχε βρεθεί ποτέ στη ζωή του μπροστά από κάμερα: «Αυτή η φανταστική Burton Academy απαρτίζεται από πέντε πραγματικά οικοτροφεία στις ΗΠΑ. Επικοινωνήσαμε με τις θεατρικές ομάδες των πέντε αυτών ακαδημιών και είδαμε εκατοντάδες νεαρούς άντρες για τους ρόλους. Έτσι βρήκαμε τον Ντόμινικ. Μάλιστα, ο Πολ Τζιαμάτι, με τον οποίο θέλαμε να ξανασυνεργαστούμε ξανά μετά το Πλαγίως, βοήθησε πάρα πολύ με τον νεαρό συμπρωταγωνιστή του και του έδωσε πολλές χρήσιμες συμβουλές. Μόλις στην τρίτη μέρα γυρισμάτων, ο Ντόμινικ ήταν έτοιμος», προσέθεσε.

Για την ΝταΒάιν Τζόι Ράντολφ που ερμηνεύει την μαγείρισσα της ακαδημίας, είπε ότι την είχε δει σε μια κωμωδία του Έντι Μέρφι και κατάλαβε αμέσως πως θα ήταν τέλεια για τον ρόλο. Αναφέρθηκε, επίσης, στην επιλογή της δεκαετίας του ’70 για τον φιλμικό χρόνο: «Το οικοτροφείο έπρεπε να είναι αρρένων και αυτό στις μέρες μας δεν υπάρχει. Δεν ήθελα να πάω πολύ πίσω στη δεκαετία του ’40. Η δεκαετία του ’50 χρησιμοποιήθηκε από τον Πίτερ Γουίαρ στον Κύκλο των Χαμένων Ποιητών και κάπως έτσι καταλήξαμε στα 70s. Η απειλή του πολέμου του Βιετνάμ και τα πολιτικοκοινωνικά αδιέξοδα της εποχής κρέμονταν σαν Δαμόκλειος σπάθη πάνω από τους σπουδαστές, δημιουργώντας τη σωστή ατμόσφαιρα», τόνισε. «Δεν είχα κάνει ποτέ στη ζωή μου ταινία εποχής», συνέχισε. «Νιώθω ότι στις ταινίες αυτές το κλίμα της εκάστοτε εποχής είναι βεβιασμένο και o σχεδιασμός παραγωγής είναι υπερβολικός, σαν να βλέπεις καρτούν. Στην ταινία αυτή η σκηνοθετική οδηγία ήταν η εξής: δεν φτιάχνουμε μια ταινία εποχής, αλλά προσποιούμαστε ότι ζούμε στα 70s και κάνουμε μια σύγχρονη ταινία», δήλωσε σχετικά.

«Χρειάστηκε πολλή προσπάθεια να βρούμε αυτοκίνητα της εποχής και 150 αγόρια με συγκεκριμένο κούρεμα και όλα αυτά σε ένα σχετικά χαμηλό budget για τα αμερικανικά δεδομένα. Για παράδειγμα, χρειάστηκαν σχεδόν 40 εργατοώρες για να βρούμε τα κωπηλατικά μηχανήματα παλαιού τύπου που βλέπετε στην ταινία. Τελικά τα βρήκαμε στοιβαγμένα σε μια αποθήκη του Χάρβαρντ. Όλο αυτό για μια μικρή σκηνή τριών δευτερολέπτων», δήλωσε, αναφερόμενος στη σημασία στη λεπτομέρεια.

«Νιώθω πως το σενάριο της ταινίας είναι αρκετά συμβατικό και παλαιάς κοπής - ο κακός καθηγητής που γλυκαίνει προς το τέλος και το παλιόπαιδο που καταλήγει να συμπαθεί τον καθηγητή του. Απόλαυσα την πρόκληση του να φτιάξω μια συμβατική ταινία, αλλά να την γυρίσω με ωραίο τρόπο. Προσπάθησα να αποφύγω τα κλισέ σαν τους σολομούς που κολυμπάνε κόντρα στο ρεύμα», συμπληρώνοντας πως δεν είναι ο πρώτος που το επιχειρεί, αφού τέτοια στοιχεία βλέπουμε και στο Paper Moon του Πίτερ Μπογκντάνοβιτς.

Σε ερώτηση του κοινού σχετικά με το κατά πόσο η ελληνική καταγωγή του συνιστά δομικό στοιχείο στο έργο του, απάντησε πως στην ταινία η χαρμολύπη ως έννοια διατηρεί εξέχουσα θέση, περίπου σαν την αρχαιοελληνική μάσκα όπου η κωμωδία και η τραγωδία διαπλέκονται και συνυπάρχουν. 


*Η ταινία Τα παιδιά του χειμώνα θα προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες από τις 25 Ιανουαρίου 2024, από την Tanweer.