ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΝΤΑΣ 22/11

ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΝΤΑΣ 22/11

Η τελευταία συνάντηση του Κουβεντιάζοντας, της παράλληλης εκδήλωσης του 49ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης που έφερε κοντά σκηνοθέτες και ηθοποιούς με επαγγελματίες του χώρου και το κοινό, πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 22 Νοεμβρίου, στο Αντλιοστάσιο.

Στη συζήτηση πήραν μέρος ο Ντέιβιντ και ο Νέιθαν Ζέλνερ, δημιουργοί του Γολιάθ (Ημέρες Ανεξαρτησίας), ο σκηνοθέτης Αζαζέλ Τζέικομπς (Το καλοπερασόπαιδο & Ο μαμάκιας, Κάποιος να τους προσέχει/Ημέρες Ανεξαρτησίας), ο σκηνοθέτης Χεράρδο Ναράνχο (Θα εκραγώ / Διεθνές Διαγωνιστικό), ο κριτικός κινηματογράφου Ρέι Πράιντ και η προγραμματίστρια Μίμι Μπρόντι.

«Ήθελα να αποτυπώσω με ακρίβεια την οπτική γωνία των εφήβων πρωταγωνιστών μου και να κάνω μια ταινία σα να έγραφα ένα γράμμα μίσους στους ενήλικους», παραδέχτηκε ο Χεράρδο Ναράνχο και πρόσθεσε: «Έπρεπε να τους αναπαραστήσω ως χαζούς. Και δεν ήταν πολύ δύσκολο. Μπορεί να μην είναι αυτοβιογραφική η ταινία, αλλά επέστρεψα στην περιοχή όπου είχα γεννηθεί κι ανακατασκεύασα το περιβάλλον στο οποίο είχα μεγαλώσει. Η ταινία προσπαθεί να είναι ένα πορτρέτο των συναισθημάτων δυο παιδιών, τα οποία μεγαλώνουν ξαφνικά, μέσα σε μια εβδομάδα. Εκείνα νομίζουν πως απέδρασαν, αλλά στην πραγματικότητα πέφτουν σε παγίδα, ανακαλύπτοντας την ίδια στιγμή πως μια σχέση δεν είναι μόνο διασκέδαση. Συνεπάγεται και ευθύνες». Σχολιάζοντας την κινηματογραφική πραγματικότητα της χώρας του, σημείωσε: «Ο κόσμος στο Μεξικό δε βλέπει ταινίες, αποχαυνώνονται όλοι μπροστά στην τηλεόραση. Και κατηγορούν εμάς που κάνουμε σινεφίλ ταινίες, «ταινίες για τα φεστιβάλ». Είμαστε περίπου 15 σκηνοθέτες που προσπαθούμε να κάνουμε κάτι ειλικρινές, που δε μας ενδιαφέρουν τα μπλοκμπάστερ».

«Εμπνευστήκαμε την ιστορία στη διαδρομή προς και από τη δουλειά», είπε παίρνοντας το λόγο ο Ντέιβιντ Ζέλνερ. «Βλέπαμε όλες αυτές τις σκοτωμένες γάτες στην άκρη του δρόμου και αναρωτιόμασταν αν ανήκαν σε κάποιον και πόσο άσχημο θα ήταν να πρέπει να αντιμετωπίσεις μια τέτοια απώλεια. Ο Νέιθαν έχει δυο γάτες, κι ο πατέρας μας έχει απίστευτη αδυναμία στα ζώα, μαζεύει ό,τι αδέσποτο βρει μπροστά του. Ο λόγος που διαλέξαμε μια γάτα, ήταν από τη μια γιατί έχουμε δει πολλές ταινίες που έχουν ένα σκύλο στο επίκεντρο κι από την άλλη γιατί συνήθως ο κόσμος έχει πολύ ισχυρές απόψεις σχετικά με τις γάτες. Είτε τις λατρεύουν είτε τις μισούν. Θέλαμε να κάνουμε ένα παιχνίδι μ’ αυτό και να δούμε προς τα που θα κλίνει το κοινό, κατά πόσο θα συμπαθήσουν το χαρακτήρα και τις πράξεις του». Σχετικά με τη συνεργασία του με τον αδερφό του, σημείωσε: «Κάνουμε μαζί ταινίες από τότε που ήμαστε παιδιά. Έχουμε το ίδιο κινηματογραφικό γούστο και τις ίδιες ευαισθησίες, κάτι που είναι πολύ σημαντικό, αλλά ο καθένας εξειδικεύεται σε διαφορετικά πράγματα. Εγώ γράφω και σκηνοθετώ, ο Νέιθαν κάνει την παραγωγή και το μοντάζ». «Έχουμε τους ίδιους στόχους και κατά κάποιον τρόπο «δουλεύει» μόνη της η συνεργασία μας», συμπλήρωσε ο Νέιθαν Ζέλνερ: «Ο καθένας μας προσφέρει αυτό που μπορεί».

«Ο Μαμάκιας ξεκίνησε ως μια φαντασίωση: Πόσο ωραίο και παρήγορο θα ήταν να επιστρέψεις στην ασφάλεια του πατρικού σου σπιτιού. Σταδιακά όμως, με κάθε μέρα που περνάει, η πραγματικότητα κυριαρχεί», ανέφερε ο Αζαζέλ Τζέικομπς, στην ταινία του οποίου εμφανίζεται και ο πατέρας του, ο γνωστός δημιουργός του πειραματικού σινεμά Κεν Τζέικομπς. «Επειδή η ταινία μου είναι τόσο διαφορετική από τις ταινίες που κάνει ο πατέρας μου, ήταν κάτι καινούριο γι’ αυτόν. Καταφέραμε να αναλάβουμε ο καθένας το ρόλο του πολύ γρήγορα και να ξεπεράσουμε το γεγονός ότι εγώ είμαι ο γιος κι εκείνος ο πατέρας. Φαντάζομαι ότι είναι πολύ ωραίο για έναν γονιό να βλέπει το παιδί του να δουλεύει μπροστά του», είπε ο Άζαζελ Τζέικομπς και πρόσθεσε: «Η ταινία είναι και μια απόδειξη του πόσο εμπιστοσύνη μου έδειξαν οι γονείς μου. Δεν την έκριναν καθόλου ωσότου να ολοκληρωθεί».

«Το καλοπερασόπαιδο, που είχαμε γυρίσει μαζί με τον Αζαζέλ, ήταν μια ταινία που κάναμε πάνω απ’ όλα για τους εαυτούς μας», συνέχισε ο Χεράρδο Ναράνχο: «Κι ήταν κάτι που άλλαξε τις ζωές μας, ο Αζαζέλ μετά έκανε το Μαμάκια, εγώ κατάφερα να κάνω το Drama/Mex. Παρόλο που δεν πήρε ποτέ διανομή, είμαι περισσότερο περήφανος γι’ αυτή την ταινία παρά για οποιαδήποτε άλλη».

Η Μίμι Μπρόντι μίλησε για τη δική της εμπειρία: «Είμαι προγραμματίστρια για την αίθουσα Billy Wilder του UCLA Film and TV Archive, όπου παίζονται φιλμ όλων των ειδών, από κλασικές παλιές ταινίες του Χόλιγουντ, μέχρι πειραματικές και σύγχρονες. Ταυτόχρονα είμαι στην επιτροπή προγραμματισμού του Φεστιβάλ του Λος Άντζελες». Όσον αφορά στις ταινίες των συνομιλητών της, η Μίμι Μπρόντι επισήμανε την πολύ καλή αίσθηση του χώρου που έχουν και τα τρία έργα: «Στο Γολιάθ ο πρωταγωνιστής ανήκει στην εργατική τάξη και η διαρρύθμιση του σπιτιού του το μαρτυρά με πολύ αποτελεσματικό τρόπο, συναφή με το χιούμορ της ταινίας. Αγαπημένη μου σκηνή είναι όταν ο χαρακτήρας πάει να καλέσει τη γάτα του κι αντί να φωνάξει το όνομά της, βάζει μπρος το ηλεκτρικό ανοιχτήρι της κονσέρβας. Και στο Μαμάκια, ένα από τα πιο συναρπαστικά πράγματα για όποιον είναι φαν του πατέρα του Αζαζέλ, είναι πως βλέπει επιτέλους πως είναι το σπίτι του Κεν Τζέικομπς!»

«Υπάρχει κάτι που ενώνει αυτές τις τρεις ταινίες», σχολίασε ο Ρέι Πράιντ, απευθυνόμενος στους τέσσερις σκηνοθέτες. «Είναι μια λέξη που χρησιμοποιούν συχνά στην Αμερική ως κάτι υποτιμητικό, κι αυτή η λέξη είναι «ιδιότροπος». Σε όποιον δεν άρεσε το Juno, ή κάποια άλλη «μικρή» ταινία, θα την αποκαλέσει ιδιότροπη. Ό,τι κι αν συμβαίνει στο χώρο της παραγωγής και της διανομής όμως, η πραγματικότητα είναι πως ο κόσμος έχει ανάγκη να δουλεύει σε μια μικρότερη και πιο ανθρώπινη κλίμακα. Για τις ταινίες σας θα χρησιμοποιούσα καλύτερα τη λέξη «ιδιοσυγκρασιακός». Εκτιμώ πάρα πολύ το γεγονός ότι υπάρχουν δουλειές που είναι γνήσια ιδιοσυγκρασιακές, όπως οι δικές σας».