12ο ΦΝΘ: Συνέντευξη τύπου για τις ταινίες "Κιμγιονγκίλια" & " Η μέρα που θα παραδοθούμε στον αέρα"


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ
Κιμγιονγκίλια, Η μέρα που θα παραδοθούμε στον αέρα

Συνέντευξη τύπου έδωσαν την Κυριακή 14 Μαρτίου 2010 το μεσημέρι οι σκηνοθέτες Νάνσι Χάικιν (Κιμγιονγκίλια) και Αντόνιο Χοσέ Γκουσμάν (Η μέρα που θα παραδοθούμε στον αέρα), στο πλαίσιο του 12ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
Η ταινία Κιμγιονγκίλια της Νάνσι Χάικιν αναζητά τις αλήθειες που κρύβει το ολοκληρωτικό καθεστώς της Βόρειας Κορέας, αποκαλύπτοντας στον θεατή το πραγματικό πρόσωπο μιας χώρας ασφυκτικά απομονωμένης από τον υπόλοιπο κόσμο. Για προφανείς λόγους, η σκηνοθέτιδα δεν πραγματοποίησε γυρίσματα στη Βόρεια Κορέα, ωστόσο στο ντοκιμαντέρ της σκιαγραφεί εύστοχα το πορτρέτο της, αντιπαραβάλλοντας μαρτυρίες προσφύγων που δραπέτευσαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της χώρας, με προπαγανδιστικό καθεστωτικό υλικό. Η Νάνσι Χάικιν αφηγήθηκε το πώς γεννήθηκε η ιδέα για τη συγκεκριμένη ταινία: «Ενώ βρισκόμουν σε ένα συνέδριο για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Βόρεια Κορέα, πληροφορήθηκα για την ύπαρξη στρατοπέδων συγκέντρωσης εκεί. Ήταν σαν να με χτύπησε κεραυνός». Η εβραϊκής καταγωγής δημιουργός ένιωσε ότι δεν θα μπορούσε να σιωπήσει για το συγκεκριμένο ζήτημα. Στο ντοκιμαντέρ Κιμγιονγκίλια πρώην τρόφιμοι αυτών των στρατοπέδων αφηγούνται τρομακτικές ιστορίες που διαδραματίζονται εκεί, μιλούν για μαζική ασιτία, ενώ περιγράφουν και ορισμένες φαινομενικά αδύνατες αποδράσεις, στέλνοντας παράλληλα και ένα μήνυμα ελπίδας. «Κάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους ήταν ιδιαίτερα πρόθυμοι να μιλήσουν. Άλλοι, ωστόσο, δεν ήθελαν να αποκαλύψουν το πρόσωπό τους, είτε επειδή επιθυμούν να επιστρέψουν κάποτε στη Βόρεια Κορέα, είτε επειδή φοβούνται για την οικογένειά τους που παραμένει εκεί» τόνισε η σκηνοθέτιδα.
Σε ερώτηση σχετικά με το εάν ο σκοπός αυτών των ανθρώπων είναι η απόδραση σε οποιαδήποτε χώρα ή εάν επιδιώκουν να περάσουν στη Νότια Κορέα, η Νάνσι Χάικιν εξήγησε ότι οι πρόσφυγες απλώς δεν έχουν άλλη επιλογή. Και πρόσθεσε: «Το πρώτο πράγμα που σκέφτονται είναι ‘’θέλω να φάω’’, τίποτε άλλο. Όταν καταφέρνουν να φτάσουν στην γειτονική Κίνα και βρουν τροφή, σκέφτονται πώς να φύγουν από τη χώρα, καθώς εκεί κινδυνεύουν να πουληθούν σε έμπορους λευκής σαρκός, να συλληφθούν, να φυλακιστούν ή και να απελαθούν ξανά στη Βόρεια Κορέα. Το μόνο ασφαλές μέρος για αυτούς τους ανθρώπους είναι η Νότια Κορέα, όπου τουλάχιστον γνωρίζουν τη γλώσσα». Με καλλιτεχνικές καταβολές από το χώρο της μυθοπλασίας, η Νάνσι Χάικιν τόνισε πως ο σκοπός της όταν έκανε το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ δεν ήταν να καταγράψει μια πραγματικότητα με δημοσιογραφική ματιά. «Θέλω να αφηγούμαι ιστορίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα με καλλιτεχνικό τρόπο» ανέφερε χαρακτηριστικά. Μετά το Κιμγιονγκίλια η σκηνοθέτιδα επέστρεψε στις ταινίες μυθοπλασίας, ενώ παράλληλα βρίσκεται στη διαδικασία δημιουργίας ενός ακόμη ντοκιμαντέρ. Η ίδια επεσήμανε: «Η μυθοπλασία πολλές φορές αποκαλύπτει με μεγαλύτερη δύναμη την αλήθεια των ιστοριών. Άποψή μου είναι ότι το ένα μπορεί να εμπλουτίσει και να εμβαθύνει το άλλο».
Το ντοκιμαντέρ Η μέρα που θα παραδοθούμε στον αέρα του Αντόνιο Χοσέ Γκουσμάν αναφέρεται στην προσπάθεια του δημιουργού να ανιχνεύσει την γενετική του ταυτότητα και το κατά πόσο αυτή επηρεάζει το ποιος είναι. Μια ανάλυση του DNA έδειξε πως ο σκηνοθέτης έλκει την καταγωγή του από την Αφρική, την κεντρική και τη νότια Αμερική, αλλά και Ευρώπη των εβραίων σεφαραδιτών. Το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ που προβάλλεται στο 12ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης αποτελεί μέρος μιας τριλογίας. Το πρώτο μέρος της είναι ένα βίντεο όπου ο σκηνοθέτης παρουσιάζει την πολιτισμική ταυτότητα των προγόνων του. Στο δεύτερο μέρος, τον απασχολούν οι απρόσμενες ομοιότητες οι οποίες διαπίστωσε ότι υπάρχουν ανάμεσα στους λαούς όλων των ηπείρων, όπου και αναζήτησε τις ρίζες του. Όσο για το τρίτο μέρος, που αναμένεται να υλοποιηθεί, ο Αντόνιο Χοσέ Γκουσμάν θα συνεχίσει την αναζήτησή του στο σεφαραδίτικο-εβραϊκό παρελθόν του, «εμπλουτίζοντάς» την με εικόνες από την Ισπανία, την Πορτογαλία και το Ισραήλ. «Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι για κάποιο λόγο καταλήγω σε μέρη στα οποία είχε σημειώσει ισχυρή παρουσία η σεφαραδίτικη κοινότητα, όπως είναι το Άμστερνταμ αλλά και η Θεσσαλονίκη» σχολίασε σχετικά. Ο Αντόνιο Γκουσμάν πιστεύει ότι «η καταγωγή ασκεί επιρροή σε αυτό που είναι ο κάθε άνθρωπος: «Αυτό που είμαστε στην πραγματικότητα είναι ‘’παγκόσμια άτομα’’. Πρέπει να θυμόμαστε την κοινή μας καταγωγή, που είναι η Αφρική» υπογράμμισε. Όπως εξήγησε ο ίδιος, παρόλο που έχουν γίνει και στο παρελθόν ταινίες για την πολυπολιτισμικότητα και την ταυτότητα, «πάντα υπάρχει χώρος για μια ακόμη ταινία που ουσιαστικά λέει ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε μια οικογένεια – ιδιαίτερα στις μέρες μας, που αυξάνονται τα ακροδεξιά στοιχεία στις κοινωνίες του κόσμου». Έχοντας μεγαλώσει στον Παναμά, μια χώρα που βίωσε την κυριαρχία των ΗΠΑ επί σχεδόν έναν αιώνα, ο σκηνοθέτης παραδέχεται ότι η χώρα του «είναι πλέον εθνικιστική και σοβινιστική». Ωστόσο, παραμένει αισιόδοξος, λέγοντας: «Στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική οι άνθρωποι παλεύουν για να γίνουν Ευρωπαίοι. Ίσως γι’ αυτό είναι πιο Ευρωπαίοι από αυτούς που γεννιούνται στην Ευρώπη».